"Θέλουσι προφητεύσει οι υιοί σας και αι θυγατέρες σας"

Για τη γυναίκα —
Η θέση της στην Αποστολική Εκκλησία (Γ)
Συνεχίζοντας τη μελέτη μας αντιμετωπίζουμε δύο ζητήματα που προκύπτουν μελετώντας τα γραπτά του Παύλου και τα οποία αφορούν: (α) Τη συμμετοχή ή μη των γυναικών στη λατρεία της εκκλησίας. (β) Το κάλυμμα που ζητάει ο Απόστολος από τις αδελφές της Κορίνθου, να φέρουν όταν προσεύχονται ή προφητεύουν. Μια πρώτη προσέγγιση ακολουθεί στη συνέχεια, με πρόθεση να επεκταθούμε στα επόμενα τεύχη.
Τα χωρία που κυρίως εμπλέκονται εδώ για μεν το πρώτο ζήτημα είναι τα Α' Κορ. 14/ιδ/34-35 και Α' Τιμ. 2/β/1-15, ενώ στο δεύτερο ζήτημα αναφέρονται τα Α' Κορ. 11/ια/1-16 αλλά και το Α' Τιμ. 2/β/9.

Σημειωτέο ότι αν και όλες αυτές οι περικοπές προέρχονται από την πένα του απόστολου Παύλου, εντούτοις παρουσιάζουν ένα σοβαρό πρόβλημα κατανόησης διότι, ενώ τα χωρία της πρώτης κατηγορίας δίνουν την εντύπωση ότι οι γυναίκες εμποδίζονται και δεν πρέπει να εκφράζουν λόγο μέσα στις συνάξεις της εκκλησίας, -και πάνω σ’ αυτά στηρίχτηκαν κάποιοι ώστε να απαγορεύσουν στις γυναίκες ακόμη και την προσευχή και την ψαλμωδία-, τα χωρία της άλλης ομάδας, από το 11/ια κεφάλαιο της Α' Κορινθίους, παρέχουν οδηγίες για το πώς ακριβώς πρέπει να είναι οι γυναίκες όταν προφητεύουν ή προσεύχονται, με άλλα λόγια όταν εκφέρουν λόγο.

Είναι αυτονόητο ότι ο άγιος και θεόπνευστος αυτός άνθρωπος του Θεού δεν ήταν δυνατό να γράφει άλλα στο ένα κεφάλαιο της Επιστολής του και τα ακριβώς αντίθετα σε άλλο σημείο της, ούτε βέβαια και σε άλλη του Επιστολή. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό για τη Βίβλο, που είναι ο λόγος του Θεού. Μπορούμε λοιπόν να καταλάβουμε ότι απέναντί μας έχουμε έδαφος δύσκολο, που χρειάζεται σοβαρότητα και προσοχή στην προσέγγιση και την εξέτασή του.

Για να προχωρήσει κάποιος με ασφάλεια στη μελέτη αυτών των περικοπών, είναι απαραίτητο να γνωρίσει την ακριβή σημασία των συγκεκριμένων λέξεων που ενδιαφέρουν στα κείμενα αυτά, ώστε οι απόψεις του να μην είναι αυθαίρετες, αλλά να στηρίζονται στην ακριβή κατανόηση των κειμένων. Τέτοιες λέξεις είναι: γυναίκα, άνδρας, εκκλησία, λαλώ, μανθάνω, διδάσκω, ερωτώ, αυθεντεύω, καταισχύνω, νόμος, προσευχή, προφητεία, αισχρόν, υποταγή, ησυχία, κεφαλή, κάλυμμα, κουρεύω, ξυρίζομαι, και άλλες.

Λόγω έλλειψης χώρου, στο παρόν άρθρο θα περιοριστούμε αναγκαστικά μόνο στις λέξεις προσευχή, προσεύχομαι, και προφητεία, προφητεύω, επειδή αναφέρονται εξίσου και χωρίς διάκριση στα δύο φύλα. Δυστυχώς, ακόμη και λέξεις όπως αυτές, τόσο συνηθισμένες στα ιερά κείμενα, είναι "άγνωστες" σε πολλούς, με αποτέλεσμα ο καθένας να οδηγείται σε διαφορετικά συμπεράσματα.

Η προσευχή

Η λέξη προσευχή είναι σύνθετη από την πρόθεση προς και το ουσιαστικό ευχή. Στην κυριολεξία σημαίνει απευθύνω ευχή [προς τον Θεό]. Σχετικές λέξεις είναι οι παράκλησις και δέησις.

Η προσευχή αποτελεί βασικό στοιχείο της πνευματικής/θρησκευτικής ζωής του ανθρώπου από την αρχή της ύπαρξής του. Βρίσκεται σε διάφορες μορφές σε όλες τις θρησκείες, ενώ μπορεί να λεχθεί πως ένα είδος "προσευχής" ήταν και όλες οι προσφορές και θυσίες που οι άνθρωποι ανέπεμπαν στον Ύψιστο (Γεν. 4/δ/3-4).

Πουθενά και ποτέ στις Άγιες Γραφές δεν υπάρχει για τις γυναίκες περιορισμός να προσεύχονται. Αντίθετα στην Παλαιά Διαθήκη βλέπουμε την Άννα, μητέρα του Σαμουήλ, ότι "προσηύχετο εις τον Κύριον (...) ηυχήθη ευχήν (...) εξηκολούθει προσευχομένη ενώπιον του Κυρίου (...) Και προσηυχήθη η Άννα" και μάλιστα αυτό έγινε μέσα στη Σκηνή του Μαρτυρίου και ενώπιον του ιερέα Ηλεί, ο οποίος «εκάθητο επί καθέδρας, πλησίον του παραστάτου της πύλης του ναού του Κυρίου» (Α' Σαμ. 1/α/10-12, 2/β/1).

Ο Σολομώντας κατά την αφιέρωση του Ναού της Ιερουσαλήμ παρακάλεσε τον Θεό, "πάσαν προσευχήν, πάσαν δέησιν γινομένην υπό παντός ανθρώπου, υπό παντός του λαού σου Ισραήλ (...) συ επάκουσον εκ του ουρανού" (Α' Βασ. 8/η/38-39). Σ’ αυτή την προσευχή ο Κύριος ανταποκρίθηκε θετικά και όταν φάνηκε τη νύχτα στον Σολομώντα, «είπε προς αυτόν, Ήκουσα της προσευχής σου και εξέλεξα τον τόπον τούτον εις εμαυτόν διά οίκον θυσίας (...) Τώρα οι οφθαλμοί μου θέλουσιν είσθαι ανεωγμένοι και τα ώτα μου προσεκτικά εις την προσευχήν την γινομένην εν τω τόπω τούτω» (Β' Χρον. 7/ζ/12-22).

Ενώ ο ίδιος Θεός δέχεται την προσευχή που γίνεται στο Ναό "υπό παντός ανθρώπου" (συνεπώς και από γυναίκες), δεν είναι περίεργο που υπάρχουν σήμερα θρησκευτικοί ηγέτες οι οποίοι απαγορεύουν στις γυναίκες να προσεύχονται στις εκκλησίες ...απλά και μόνο για να είναι συνεπείς σε ανθρώπινες παραδόσεις;

Στην Καινή Διαθήκη τα πράγματα είναι ακόμη πιο καθαρά, καθώς το Πνεύμα του Θεού όχι μόνο δεν αφήνει το ζήτημα ασυζήτητο, αλλά μάλιστα μνημονεύει ξεχωριστά το γυναικείο φύλο, δίνοντας μέσω του Παύλου συγκεκριμένες οδηγίες πώς πρέπει να είναι "πάσα γυνή προσευχομένη ή προφητεύουσα". Μάλιστα συνδέει την πρότασή του με το προηγούμενο χωρίο όπου γράφει: "Πας ανήρ προσευχόμενος ή προφητεύων", ώστε να φανεί πέρα από κάθε αμφιβολία ότι δεν υπάρχει καμιά διαφορά (Α' Κορ. 11/ια/5,4).

Η προφητεία

Η λέξη προφητεία προέρχεται από το ρήμα προφητεύω, που είναι σύνθετο, από την πρόθεση προ και το ρήμα φημί [=λέω]. Στην κυριολεξία σημαίνει μιλάω εκ μέρους ή για λογαριασμό κάποιου άλλου, κυρίως εκ μέρους του Θεού. Όμως η λέξη χρησιμοποιήθηκε επίσης και για ανθρώπους, όπως στην περίπτωση του Ααρών, που μιλούσε για λογαριασμό του αδελφού του Μωυσή, και για τον οποίο ο Κύριος είπε: «Σε κατέστησα θεόν εις τον Φαραώ^ και Ααρών ο αδελφός σου θέλει είσθαι προφήτης σου^ συ θέλεις λαλήσει πάντα όσα σε προστάζω^ ο δε Ααρών ο αδελφός σου θέλει λαλήσει προς τον Φαραώ» (Έξοδ. 7/ζ/1-2).

Από την παραπάνω περικοπή, μεταξύ πολλών άλλων, γίνεται σαφές ότι προφήτης δεν είναι μόνον εκείνος που λέει τα μέλλοντα, αφού ο Ααρών ποτέ δεν έκανε κάτι τέτοιο, αλλά μόνο μετέφερε τα λόγια που ο Θεός έστελνε μέσω του αδελφού του Μωυσή.

Όσον αφορά το γυναικείο φύλο προφήτισσες υπήρχαν και στην Παλαιά Διαθήκη όπως η Μαριάμ (Έξοδ. 15/ιε/20), η Δεβόρρα (Κριτ. 4/δ/4) και η Όλδα (Β' Βασ. 22/κβ/14), και στην Καινή Διαθήκη όπως η Άννα (Λουκ. 2/β/36), οι τέσσερις κόρες του Φίλιππου (Πράξ. 21/κα/9) και επίσης όσες έλαβαν αυτό το χάρισμα σε εκπλήρωση της προφητείας του Ιωήλ (Πράξ. 2/β/17).

Χωρίς να προχωρήσουμε εδώ σε παραπέρα σκέψεις, αρκούμαστε να υπογραμμίσουμε πως οτιδήποτε και αν σημαίνει το προσεύχομαι και το προφητεύω, και οτιδήποτε ισχύει γι’ αυτά, εφαρμόζεται εξίσου και στα δύο φύλα. Με άλλα λόγια, αν μπορεί να προσεύχεται ο άντρας, μπορεί να προσεύχεται και η γυναίκα. Αν μπορεί να προφητεύει ο άντρας, το ίδιο μπορεί να προφητεύει και η γυναίκα.

Βέβαια, αν και μπορούν να προσεύχονται όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι, το χάρισμα της προφητείας δίνεται από τον Θεό μόνο σε ορισμένους («Μη πάντες προφήται;» - Α' Κορ. 12/ιβ/29), αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με τα φύλα.

Είναι σημαντικό να προσέξουμε, επιπλέον, ότι η προφητεία είναι ένα ξεχωριστό χάρισμα που δωρίζεται κατευθείαν από τον Θεό, ο οποίος «έδωκεν άλλους μεν αποστόλους, άλλους δε προφήτας» (Εφεσ. 4/δ/11) και ουδέποτε αναφέρεται ότι οι Απόστολοι ή κάποιος άλλος στην ιστορία "χειροτόνισε" προφήτες, όπως έκαναν π.χ. για τους πρεσβύτερους και διάκονους.

Από τα παραπάνω γίνονται αρχικά σαφή τα εξής:

(α) Σύμφωνα με τις Άγιες Γραφές δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο για τις γυναίκες, να προσεύχονται ή να προφητεύουν μέσα στην εκκλησία, όπως ακριβώς κάνουν και οι άνδρες αδελφοί τους.

(β) Το λειτούργημα της προφητείας έχει να κάνει πάντα με λόγο.

(Γ) Το χάρισμα της προφητείας δεν είναι υπόθεση ανθρώπινης οργάνωσης ή συστήματος, αλλά ενεργείται κατ’ ευθείαν από το Άγιο Πνεύμα που το χαρίζει «ιδία εκάστω καθώς βούλεται»(Α' Κορ. 12/ιβ/11).

 

Πώς όμως μπορεί να ταιριάξει το συμπέρασμα αυτό με τα άλλα χωρία, που μνημονεύσαμε στην εισαγωγή, τα οποία δίνουν την εντύπωση ότι οι γυναίκες δεν πρέπει να έχουν φωνή μέσα στην εκκλησία; Σε αυτά και άλλα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε ν’ απαντήσουμε στα επόμενα τεύχη.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ