Σαν παραμύθι κι όμως αλήθεια...

Παίζουμε Εκκλησία;

Γνώρισα κάποτε μια οικογένεια με πολλά παιδιά. Είχαν το σπάνιο προτέρημα ή μειονέκτημα - δεν ξέρω, να στεγάζονται στο ίδιο κτίριο με μια εκκλησία. Και είχαν επίσης το προτέρημα ή μειονέκτημα -και πάλι δεν ξέρω- οι γονείς τους να είναι μέλη της εκκλησίας και τα παιδιά να πηγαίνουν στο κατηχητικό. Ακόμα, μια και έμεναν στο ίδιο κτίριο, κρατούσαν τα κλειδιά της εκκλησίας κι έτσι δεν περίμεναν ποτέ απ' έξω πριν αρχίσει η συνάθροιση.

Τα παιδιά της οικογένειας που σας λέω είχαν ακόμα ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τα παιδιά τα άλλα, της γειτονιάς τους. Όταν κάποτε χόρταιναν με τα άλλα παιχνίδια τους -τις κουμπάρες, το γιατρό, το τρενάκι, το σχολείο κ.λπ.- δεν έπλητταν γιατί ήξεραν ένα ακόμα παιχνίδι που φαίνεται πως ήταν δική τους επινόηση. Ύστερα λοιπόν από τα άλλα παιχνίδια κάποιος έριχνε την ιδέα:

Παίζουμε εκκλησία; και οι άλλοι συμφωνούσαν.

Αμέσως έστηναν το σκηνικό. Ένα τραπεζάκι, καμιά φορά ένα παλιό κομοδίνο, όποιο ήταν εύκαιρο, γινόταν ο "άμβωνας". Όλες οι καρέκλες του σπιτιού έμπαιναν σε τάξη για να καθίσει το "εκκλησίασμα" και το πιο μεγάλο παιδί έπαιρνε στα χέρια του τη Βίβλο -συχνά υπάρχει κάποια Βίβλος για να παίζουν τα παιδιά των ευαγγελικών- και ένα υμνολόγιο για να οδηγήσει την ομάδα στη "λατρεία", με μερικούς ύμνους, μια περικοπή από τα ευαγγέλια και όσες σκέψεις θυμόταν από το κήρυγμα που άκουσε την τελευταία φορά ή το μάθημα του κατηχητικού.

Ιδιαίτερη γραφικότητα αποκτούσε το πρόγραμμα όταν κάποιο παιδί έπαιζε το ρόλο του "αλλοδαπού" αδελφού που, επισκέπτης στην παιδική "εκκλησία" έφερνε ένα μήνυμα στη δική του γλώσσα, αραδιάζοντας ένα σωρό "τσιν, τσουν, τσαν", "μπι, μπου, μπα" και ό,τι άλλο ακαταλαβίστικο. Τότε ο μεγάλος αδελφός με αρκετή μαεστρία "μετέφραζε τον ξένο" με τα συνηθισμένα:

Είναι μεγάλη η χαρά μου να βρίσκομαι ανάμεσα σας απόψε. Σας φέρνω χαιρετισμούς από την εκκλησία στο Ταμ-Τουμ κ.λπ.

Και η συνάθροιση τελείωνε πάντα κανονικά με έναν ύμνο και προσευχή. Όπως ακριβώς έκαναν και οι μεγάλοι.

Ύστερα από χρόνια βρέθηκα σε μια άλλη πόλη και για αρκετά χρόνια σύχνασα στην τοπική εκκλησία. Είμαι υποχρεωμένος να πω ότι ήταν μια δραστήρια εκκλησία. Σε τίποτα δεν στερούσε από τις άλλες, τις αδελφές συναθροίσεις. Και κήρυγμα ευαγγελίου κάθε Κυριακή πρωί, και συμπροσευχή, και συμμελέτη και μάθημα και γιορτές και κατηχητικό και νέους και χορωδία, απ' όλα είχε.

Είχε κι έναν "εργάτη" που χρόνια τώρα υπηρετούσε στον άμβωνα πιστά και αδιάκοπα.

Δεν ήταν από τους κήρυκες που "ζουν από το έργο" όπως κάποιοι άλλοι. Όχι. Αυτός είχε τη δουλίτσα του και δεν βάρυνε το ταμείο της εκκλησίας

Ούτε ήταν από κείνους που κρατάνε όλες τις διακονίες στα χέρια του. Αντίθετα μοιραζόταν τις υποχρεώσεις του με μερικούς άλλους - ετοιμάζοντας την "διάδοχο κατάσταση", όπως έλεγε. Βέβαια γι' αυτόν μόνη σπουδαία διακονία ήταν το κήρυγμα -η προφητεία- όπως έλεγε, κι αυτή την κρατούσε για τον εαυτό του. Έκανε όμως και κάτι που κάνουν οι περισσότεροι συνάδελφοι του,-έρχονταν στην εκκλησία μόνο όταν ήταν να κηρύξει ο ίδιος. Τις άλλες ώρες που η εκκλησία συναθροίζονταν έμενε στο σπίτι του και "εργαζόταν" ή πήγαινε σε άλλες εκκλησίες για να κηρύξει εκεί.

Ωστόσο δεν παραμελούσε την εκκλησία του. Βέβαια ήταν αρκετά λεπτός ώστε να μην ενοχλεί κανέναν με την παρουσία του και τυχόν αδιάκριτες ερωτήσεις που τόσο ενοχλούν, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για θέματα της ατομικής μας ζωής, την συμπεριφορά στον επαγγελματικό χώρο, τις αρρώστιες και άλλα παρόμοια.

Για όλα αυτά υπήρχε πάντοτε κάποιο αυτί και κάποιο μάτι. Κάποιος ήταν πάντα επιφορτισμένος ή προθυμοποιούμενος -δεν μπόρεσα να μάθω- και έτρεχε να πληροφορήσει τον "εργάτη" για όσα έβλεπε ή άκουγε. Ακόμα και τις λεπτομέρειες απ' όσα έλεγαν και πώς τα έλεγαν οι "βοηθοί εργάτες" όλα τα 'λεγαν.

Εκείνο όμως που ενδιέφερε τον εργάτη ήταν η "ενότητα" της εκκλησίας του.

Κύρια έγνοια του ήταν να μην ακουστεί ποτέ κανένα παρατράγουδο. Όχι πως δεν υπήρχαν -κάθε άλλο μάλιστα - αλλά να μην ακούγονται. Γι' αυτό εξάλλου έλεγε και ξανάλεγε:

"Κυρώσαι αγάπην. Κυρώσαι αγάπην".

Και κυρίως αυτό το τελευταίο το έλεγε όταν τύχαινε και στα παρατράγουδα αναφέρονταν -όχι σπάνιο φαινόμενο- και το οικογενειακό του όνομα. (Το καταπληκτικό ήταν που εκείνο το "κυρώσαι" που θα πει ΕΠΙΚΥΡΩΝΩ αν και αρκετά μορφωμένος άνθρωπος, το είχε συνδέσει στο μυαλό του με το "ΚΗΡΩΣΑΙ" που θα πει ΚΕΡΩΝΩ, δηλαδή σκεπάζω με κερί).

Όπως ήταν φυσικό όμως, αυτή η τακτική οδήγησε αργά αλλά σταθερά σε μια κατάσταση που πολύ θυμίζει την ιστορία των μικρών παιδιών που αρχικά αναφέραμε.

Οι αδελφοί σιγά-σιγά, "κέρωσαν" από ....αγάπη και ξέχασαν όλα όσα λέει η Αγία Γραφή για την αληθινή εκκλησία του Θεού.

Μόνο λίγα πράγματα έμειναν στο νου τους:

Γρήγορα και σταθερά τα πράγματα αποκρυσταλλώθηκαν όπως τα ήθελε ο "εργάτης" κι έτσι, εδώ και μερικά χρόνια, τίποτα πια δεν απασχολεί και τίποτα δεν ταράσσει την ησυχία της εκκλησίας. Τίποτα δεν ενοχλεί

Ούτε διαφωνίες, ούτε παρεξηγήσεις, ούτε κουτσομπολιά, ούτε αμαρτίες, ούτε αδικίες. Όλα είναι μια συνήθεια, ξέρετε...

Τώρα πια οι αδελφοί στη μικρή αυτή πόλη, μαζεύονται μεσοβδόμαδα και κάθε Κυριακή, πρωί και βράδυ, και... "παίζουν εκκλησία" επαναλαμβάνοντας συνέχεια το σύνθημα του εργάτη τους:

"ΚΥΡΩΣΑΙ ΑΓΑΠΗΝ"...

           "ΚΥΡΩΣΑΙ ΑΓΑΠΗΝ"...

                "ΚΥΡΩΣΑΙ ΑΓΑΠΗΝ"...

                       "ΚΥΡΩΣΑΙ ΑΓΑΠΗΝ"...

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ