Πίνακας περιεχομένων παρόντος τεύχους

«Θέλετε γνωρίσει την αλήθειαν, και η αλήθεια θέλει σας ελευθερώσει»

«Δεδικαίωται ο αποθανών»;

Τη φράση «Ο αποθανών δεδικαίωται» την ακούσαμε αρκετές φορές το τελευταίο διάστημα –είχε ακουστεί και ύστερα από το θάνατο του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου– και χρησιμοποιείται με την έννοια πως όποιος πέθανε συγχωρέθηκε και γι’ αυτό είναι πλέον απαλλαγμένος από όλα τα λάθη και τις παραβάσεις του.

Αλλά δεν είναι έτσι! Μάλλον το αντίθετο! Η ίδια η φράση στην πραγματικότητα προέρχεται κατευθείαν από την Επιστολή του Παύλου προς Ρωμαίους και το αληθινό νόημά της θα το καταλάβουμε εύκολα δίνοντας προσοχή στα σχετικά χωρία της Αγίας Γραφής, όπου διαβάζουμε: gavel
«Ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη ίνα καταργηθή το σώμα της αμαρτίας του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία, ο γαρ αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας» (Ρωμ. 6/ς/6-7). Η ΝΔΜ αποδίδει: «Ο παλιός αμαρτωλός εαυτός μας πέθανε στο σταυρό μαζί με τον Χριστό. Έτσι, έπαψε να ζει ο αμαρτωλός άνθρωπος και δεν είμαστε πια υπόδουλοι στο ζυγό της αμαρτίας. Γιατί σ’ έναν που πέθανε, η αμαρτία δεν έχει πια καμιά εξουσία» και ο καθηγητής Τρεμπέλας ερμηνεύει τη φράση ως εξής: «Διότι όποιος απέθανεν έχει παύσει από του να αμαρτάνει, καθ’ όσον ο πεθαμένος και νεκρός, ούτε από την αμαρτίαν πειράζεται πλέον, ούτε δύναται να ενεργήση οποιανδήποτε αμαρτίαν ή πράξιν».

Τα ίδια περίπου λέει και ο απόστολος Πέτρος στη δική του Επιστολή όπου γράφει: «Ο παθών εν σαρκί πέπαυται αμαρτίας» (Α~ Πέτρ. 4/δ/1). Η ΝΔΜ αποδίδει: «Όποιος πέθανε ως προς τον παλαιό άνθρωπο, έπαψε να ζει μέσα στην αμαρτία» και ο Τρεμπέλας ερμηνεύει: «Αυτός  συνεσταυρώθη μετά του Χριστού και έχει παύσει από του να αμαρτάνη».

Η φράση που εξετάζουμε, συνεπώς, δεν έχει καμία σχέση με τον βιολογικό θάνατο του ανθρώπου και την αποδήμησή μας από αυτό τον κόσμο. Αντίθετα είναι μια μεταφορά, που περιγράφει και εξηγεί τη νέα ζωή του πιστού ανθρώπου, όταν αυτός συνταυτίζεται με το θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, ώστε να μπορέσει να ζήσει τη νέα ζωή όχι πλέον ως σαρκικός και ψυχικός αλλά ως νέα πνευματική κτίση και νέος άνθρωπος.

Μπαίνοντας στη γη ένας σπόρος, το σώμα του μοιάζει σαν να χάνεται. Όλοι οι σπόροι αποτελούνται από δύο μέρη, το φύτρο, στο οποίο περιέχονται τα στοιχεία του μελλοντικού φυτού, και την ψίχα ή σώμα του σπόρου, που με την αποσύνθεσή του στο έδαφος, παρέχει την πρώτη τροφοδοσία στις εξαιρετικά λεπτές και ευαίσθητες ρίζες του νέου φυτού, και το συντηρεί μέχρις ότου μπορεί να τροφοδοτηθεί μόνο του από το χώμα. Με άλλα λόγια αυτό το σώμα πεθαίνει έτσι ώστε να μπορέσει να ζήσει το φύτρο και στη συνέχεια το φυτό.

Ο παλιός μας άνθρωπος παραλληλίζεται με τον νεκρό σπόρο και ο νέος άνθρωπος με το νέο φυτό που βγαίνει μέσα από αυτόν όταν εκείνος πεθάνει. Έτσι, πρέπει να σταυρωθεί η κακή, διεφθαρμένη σάρκα μας –όπως πέθανε ο Χριστός και στη συνέχεια το σώμα Του αναστήθηκε– και ο εσωτερικός πνευματικός μας «νέος άνθρωπος» να αναστηθεί από το θάνατο της αμαρτίας για να μπορεί να ζήσει τη ζωή της δικαιοσύνης.

Για να γίνει η εξιλέωση της αμαρτίας, ο Ιησούς Χριστός πήρε ένα σώμα με την ομοιότητα της αμαρτωλής μας σάρκας (Ρωμ. 8/η/3) και το παρέδωσε στο θάνατο,  ανοίγοντας το δρόμο στο πνεύμα που μας δίνει τη νέα ζωή. Το σώμα του Χριστού πέθανε για να μπορεί να ζωοποιηθεί το πνεύμα μέσα στον μετανοημένο άνθρωπο. Αυτό το ζωοποιό πνεύμα καταστρέφει το σώμα της αμαρτίας για να μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί μ’ Εκείνον που πέθανε και αναστήθηκε για χάρη μας. 

Ο θάνατός μας, λοιπόν, υπό μία έννοια, γίνεται λυτρωτής μας και, από αποτέλεσμα της αμαρτίας που ήταν (επειδή η αμαρτία εισήλθε στον κόσμο και διά της αμαρτίας ο θάνατος–Ρωμ. 5/ε/10), γίνεται τώρα το μέσο της τελικής καταστροφής, ο εκμηδενιστής της!

Ο όρος «παλαιός άνθρωπος» που χρησιμοποιείται εδώ –όπως και στην Εφεσ. 4/δ/22 και στην Κολ. 3/γ/9–, είναι το ίδιο με τη «σάρκα με τα πάθη και τις επιθυμίες της» (Γαλ. 5/ε/24) και το «σώμα των αμαρτιών της σαρκός» (Κολ. 2/β/11)^ είναι το ίδιο που αλλού ονομάζεται «η αμαρτία η κατοικούσα εν εμοί» (Ρωμ. 7/ζ/17) ως συνέπεια της πτώσης.

Από τα παραπάνω μαθαίνουμε ότι το έργο του Θεού καταστρέφει τη δύναμη και την καρδιά της αμαρτίας, για να μην δουλεύουμε πλέον σ’ αυτήν, να μην είμαστε πλέον σκλάβοι της, ούτε να εκτελούμε τις λειτουργίες της, όπως ακριβώς ένα νεκρό σώμα δε μπορεί να εκτελέσει τις λειτουργίες της φυσικής ζωής (Ρωμ. 6/ς/2).

Το νόημα των λόγων του Παύλου, λοιπόν, δεν ήταν εκείνο που θέλουν να δώσουν κάποιοι καλοδιάθετοι άνθρωποι, συγχωρώντας όλα τα λάθη των κεκοιμημένων, επειδή –σε διαφορετική περίπτωση– ο Απόστολος θα ήταν ανακόλουθος με άλλα γραφόμενά του και αντίθετος με όλα όσα λέει η Βίβλος σχετικά με την κρίση των νεκρών. Τέτοια κατανόηση αφήνει τον αμαρτωλό ατιμώρητο και τον ευσεβή ματαιοπονούντα, ενώ ο ίδιος ο Θεός στερείται της ιδιότητας της δικαιοσύνης Του, αφού πλέον δεν είναι δίκαιος κριτής.

Ο Παύλος, όμως, γράφει σε άλλο σημείο ότι: «Είναι δίκαιον ενώπιον του Θεού να ανταποδώση θλίψιν εις τους όσοι σας θλίβουσιν, εις εσάς δε τους θλιβομένους άνεσιν μεθ’ ημών, όταν ο Κύριος Ιησούς αποκαλυφθή απ’ ουρανού μετά των αγγέλων της δυνάμεως αυτού εν πυρί φλογός, κάμνων εκδίκησιν εις τους μη γνωρίζοντας Θεόν και εις τους μη υπακούοντας εις το ευαγγέλιον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Β~ Θεσ. 1/6-7). Αυτό δε θα μπορούσε να γίνει αν «ο θανών δεδικαίωται», όπως υποστηρίζει η λάθος αντίληψη.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, εκείνο που θα βόλευε τους παραβάτες και τους φίλους τους. Η Βίβλος δεν αποκοιμίζει τον κόσμο λέγοντας πως όλα σβήνουν μετά το θάνατο. Ισχύει ακριβώς το αντίθετο, γι’ αυτό και προειδοποιεί ότι, «πρέπει πάντες να εμφανισθώμεν έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, διά να ανταμειφθή έκαστος κατά τα πεπραγμένα διά του σώματος καθ’ α έπραξεν, είτε αγαθόν είτε κακόν» (Β~ Κορ. 5/ε/10). Αυτή η διδαχή του Παύλου και των άλλων Αποστόλων, απαντά στο αρχικό μας ερώτημα. Όχι μόνο όποιος πέθανε δεν συγχωρέθηκε αλλά πρόκειται και να παρασταθούμε ενώπιον του βήματος του Χριστού [βήμα=δικαστήριο] για να ανταμειφθούμε ανάλογα με όσα πράξαμε «διά του σώματος» (δηλαδή σ’ αυτή τη ζωή), ανταμοιβή που δεν αφορά μόνο το «αγαθόν» αλλά επίσης και το «κακόν», (που είναι τιμωρία-κόλαση).

Η ζωή αυτή είναι ένα δοκιμαστήριο όπου αποδεικνύεται η γνησιότητα της αφοσίωσης ή το μέγεθος της σκληροκαρδίας των ανθρώπων, το οποίο ο απόστολος Πέτρος ονομάζει δοκιμή της πίστης, η οποία «πολύ τιμιωτέρα ούσα παρά το χρυσίον το φθειρόμενον διά πυρός δε δοκιμαζόμενον» θα πρέπει να «ευρεθή εις έπαινον και τιμήν και δόξαν όταν φανερωθή ο Ιησούς Χριστός» (Α~ Πέτρ. 1/α/7).

Δεν θα λάβουν λοιπόν όλοι «έπαινο και τιμή και δόξαν», αλλά ούτε και θα μείνουν χωρίς συνέπειες τα σφάλματά τους, επειδή, σύμφωνα με τον προφήτη, «πολλοί εκ των κοιμωμένων εν τω χώματι της γης θέλουσιν εξεγερθή, οι μεν εις αιώνιον ζωήν, οι δε εις ονειδισμόν και εις καταισχύνην αιώνιον» (Δαν. 12/ιβ/2).

Το «δεδικαίωται», συνεπώς, δεν αναφέρεται γενικώς στους αποθανώντες αλλά στο άτομο εκείνο που, έχοντας δεχτεί τον Ιησού Χριστό με πίστη και έχοντας γίνει μέτοχος του Αγίου Πνεύματος, έχει θανατώσει μέσα του τον παλαιό άνθρωπο και όλες τις κακές ροπές του, έτσι ώστε και από την αμαρτία να ελευθερώνεται ενόσω ζει, και από τον Θεό να αναγνωρίζεται δικαιωμένος.

Οι πιστοί δεν απαλλάσσονται πλήρως από την αμαρτία σε αυτή τη ζωή, επειδή από την αμαρτία ελευθερώνεται ένας που είναι νεκρός και μόνο υπ' αυτή την έννοια ο θάνατος γίνεται ο απελευθερωτής τους. Όπως έγραψε κάποιος: «Το σώμα της αμαρτίας στους πιστούς είναι ένας νικημένος και καθαιρεμένος τύραννος, όμως η τελειωτική καταστροφή του έρχεται με το πλήγμα του θανάτου!»

Με όλα αυτά υπόψη, αποκτά νόημα και ο άλλος λόγος του Παύλου: «Ούτω και σεις φρονείτε εαυτούς ότι είσθε νεκροί μεν κατά την αμαρτίαν, ζώντες δε εις τον Θεόν διά Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών. Ας μη βασιλεύη λοιπόν η αμαρτία εν τω θνητώ υμών σώματι, ώστε κατά τας επιθυμίας αυτού να υπακούητε εις αυτήν, μηδέ παριστάνετε τα μέλη σας όπλα αδικίας εις την αμαρτίαν, αλλά παραστήσατε εαυτούς εις τον Θεόν ως ζώντας εκ νεκρών, και τα μέλη σας όπλα δικαιοσύνης εις τον Θεόν. Διότι η αμαρτία δεν θέλει σας κυριεύσει· επειδή δεν είσθε υπό νόμον, αλλ’ υπό χάριν» (Ρωμ. 6/ς/11-14).

Μέσω της πίστης μας στο έργο του Χριστού, καλούμαστε τώρα να ζήσουμε γνωρίζοντας ότι «ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη ίνα καταργηθή το σώμα της αμαρτίας του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία» (Ρωμ. 6/ς/6). Ο Απόστολος θα επαναλάβει: «Απεθάνετε, και η ζωή σας είναι κεκρυμμένη μετά του Χριστού εν τω Θεώ ... Νεκρώσατε λοιπόν τα μέλη σας τα επί της γης, ... και ενεδύθητε τον νέον [άνθρωπον], τον ανακαινιζόμενον εις επίγνωσιν κατά την εικόνα του κτίσαντος αυτόν» (Κολ. 3/γ/3-10), μνημονεύοντας το αποτέλεσμα του έργου του Χριστού και ταυτόχρονα τονίζοντας την υποχρέωση του πιστού να «νεκρώνει» τα μέλη του (τις επιθυμίες και τα έργα της σάρκας) και να «μεταμορφώνεται» στην ομοιότητα του Χριστού (Ρωμ. 12/ιβ/1-2).

Ένας τέτοιος «αποθανών» ναι, «δεδικαίωται από της αμαρτίας».

Είθε όλοι να το καταλάβουμε και να βιώνουμε καθημερινά αυτό το "θάνατο"! |



ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ