Πίνακας περιεχομένων παρόντος τεύχους

Όταν ο άνθρωπος μένει άφωνος

Φταίει λοιπόν ο Θεός;

 

 

 

________________________________________________________________

 

Τα τραγικά γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων έφεραν ξανά στο προσκήνιο το πρόβλημα όσων αντιμετωπίζουν δυστυχήματα στη ζωή. Μεγαλύτερος είναι ο πόνος του θανάτου, ιδιαίτερα για όσους χάνουν αγαπητά πρόσωπα, γονείς, παιδιά, συζύγους, αδέλφια κ.λπ. Πάντα μένει στα χείλη των πενθούντων πικρό παράπονο κι ένα τεράστιο «ΓΙΑΤΙ;», που δεν είμαστε ικανοί να απαντήσουμε αφού δεν γνωρίζουμε όλα τα αίτια και τις αφορμές που οδηγούν στο θάνατο κάποιου – που έτσι κι αλλιώς είναι πολλά.

Συμμεριζόμαστε μόνο τη θλίψη τους και μένουμε σιωπηλοί, περιμένοντας κάποια κατάλληλη στιγμή για να θυμίσουμε την υπόσχεση της ανάστασης και της αιώνιας ζωής που χάρισε ο ζωοδότης Κύριος Ιησούς Χριστός.

Εκείνο λοιπόν που συζητούμε εδώ είναι η πνευματική προσέγγιση του ζητήματος, καθώς φράσεις όπως «Ήταν θέλημα Θεού» και άλλες παρόμοιες, που ακούγονται από στόματα απλών ανθρώπων αλλά και από θεολόγους και ιεροκήρυκες, και δημιουργούν περισσότερα ερωτήματα.

Επειδή συμβαίνει να υπάρχει ένα χωρίο στο διάλογο του Κυρίου με τον Μωυσή όταν ήταν στη Γη Μαδιάμ, όπου διαβάζουμε: «Τις έδωκε στόμα εις τον άνθρωπον; ή τις έκαμε τον εύλαλον, ή τον κωφόν ή τον βλέποντα ή τον τυφλόν; ουχί εγώ ο Κύριος;» (Έξοδ. 4/δ/11), συχνά το επικαλούνται οι υποστηρικτές της μοιρολατρίας, καθώς το αντιλαμβάνονται σαν να υπονοεί ότι ο Θεός λειτουργεί όπως η Ειμαρμένη των αρχαίων Ελλήνων, και είναι Αυτός που δημιουργεί καταστάσεις τελικές και αναπόφευκτες, από τις οποίες ο άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει και πρέπει να υπομένει καρτερικά. Με άλλα λόγια μας περιμένει ένα προκαθορισμένο μέλλον, που κανείς –ίσως ούτε ο ίδιος ο Θεός– δεν μπορεί ν’ αλλάξει.

Τέτοια αντίληψη για τη δύναμη της μοίρας επικρατεί πλατιά στον απλοϊκό κόσμο και ιδιαίτερα στους απολίτιστους και υπανάπτυκτους λαούς αλλά, δυστυχώς, και από τους "πολιτισμένους" της Δύσης δεν απουσιάζει.

Ο Μουσουλμάνος μπορεί να λέει: «Ήταν κισμέτ να πάθω αυτή τη συμφορά», κι ο Βουδιστής μπορεί να μιλάει για το "κάρμα" του, αλλά δεν είναι δυνατό να λένε τα ίδια και Χριστιανοί!

Η αλήθεια είναι πως οι περισσότεροι Χριστιανοί δεν πιστεύουν πραγματικά σε μια τέτοια θεωρία, επειδή όμως δεν μπορούν να εξηγήσουν πώς γίνεται να συμβαίνουν στη ζωή τους και στον κόσμο τόσα δυσάρεστα γεγονότα, καταλήγουν στο συλλογισμό: Μπορούσε ο Θεός να αποτρέψει αυτό το δυσάρεστο; Ασφαλώς και μπορούσε. Άρα, ακόμη και αν δεν το προκάλεσε, τουλάχιστον ΤΟ ΕΠΕΤΡΕΨΕ.

Η σκέψη αυτή περιέχει μια λογική. Αφού ο Θεός είναι Κυρίαρχος, Παντοδύναμος και Παντογνώστης, τίποτα δε μπορεί να συμβεί αντίθετα με το δικό Του θέλημα. Και αν μεν ο άνθρωπος είναι ευλαβής, αποδέχεται σιωπηρά το εκβάν, θεωρώντας πως ήταν ο Θεός που το επέτρεψε να συμβεί, "επειδή είχε κάποιο σκοπό"... Αν όμως ο άνθρωπος δεν έχει καλές σχέσεις με τον Πλάστη του, τότε εκδηλώνει εχθρική συμπεριφορά απέναντί Του, και Τον κατηγορεί ως άδικο, άσπλαχνο και άλλα κακά επίθετα.

Όσο όμως και αν τα παραπάνω ακούγονται λογικά, στην πραγματικότητα περιέχουν ένα εγωιστικό στοιχείο εκ μέρους μας, επειδή ο κάθε μικρός ανθρωπάκος μέσα του αρέσκεται να θεωρεί τον εαυτό του αντικείμενο ιδιαίτερης φροντίδας εκ μέρους του Θεού: –Ο Θεός με προστατεύει. –Ο Θεός με κατευθύνει. –Ο Θεός μού παρέχει δώρα. –Ο Θεός είναι μαζί μου. κ.ο.κ. Ποιος δεν θέλει να βλέπει "το χέρι του Θεού" να επεμβαίνει συνεχώς στη ζωή του! Κάποιος γνωστός έλεγε ότι προσεύχεται στον Θεό να του φυλάξει θέση στάθμευσης για το αυτοκίνητό του(!). Έτσι βέβαια υποβιβάζουμε τον Θεό στα ταπεινά μας ιδιοτελή επίπεδα, όμως αυτό είναι ζήτημα για ένα άλλο άρθρο.

Πέρα όμως από τα παχιά λόγια, στο βάθος οι περισσότεροι συχνά ΑΜΦΙΒΑΛΛΟΥΝ για την "ορθή απόφαση" του Θεού, γι' αυτό και τρέχουν στους γιατρούς, τους δικηγόρους και τους Βουλευτές... Άρα εκ των υστέρων και εν τοις πράγμασι ομολογούν πως δεν είναι τόσο έτοιμοι ώστε να αναγνωρίσουν στον Θεό κυριότητα να επεμβαίνει στη ζωή τους, γι' αυτό και όταν τα πράγματα "δεν έρχονται καλά", προσπαθούν να τα αλλάξουν.

Εντούτοις άλλοι, χρησιμοποιώντας διάφορα ιδεολογήματα, επιχειρούν να παρουσιάσουν μια ψεύτικη εικόνα, σύμφωνα με την οποία ο πιστός δεν πενθεί και δεν λυπάται (ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε). Αυτό είναι και λάθος και απάνθρωπο. Και γίνεται ακόμη πιο σκληρό όταν προσπαθούν με το ζόρι να επιβάλλουν αυτές τις ιδέες τους φορτώνοντας με ενοχές τις συνειδήσεις των θλιβομένων.

Αν και επικαλούνται τον αρχαίο Ιώβ, που συλλογιζόταν: «Τα αγαθά μόνον θέλομεν δεχθή εκ του Θεού, και τα κακά δεν θέλομεν δεχθή;» (Ιώβ 2/β/10), δεν είναι όλοι έτοιμοι να σκέφτονται με τον τρόπο αυτό. Επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονούμε πως και ο ίδιος ο Ιώβ δεν δέχτηκε χωρίς διαμαρτυρία τα παθήματά του και έκφρασε πολλές απορίες για όσα κακά τον βρήκαν. Να δύο που καταγράφονται στο βιβλίο του: «Διά τι εδόθη φως εις τον δυστυχή» (Ιώβ 3/γ/20) – αν τέτοια έμελλε να είναι η ζωή του; Και επίσης: «Διά τι με έθεσας σημάδιόν σου, και είμαι βάρος εις εμαυτόν;» (Ιώβ 7/ζ/20).

Ας θυμηθούμε επίσης τις αδελφές του Λάζαρου, που και οι δυο έκφρασαν στον Ιησού το ίδιο παράπονο: «Κύριε, εάν ήσο εδώ, ο αδελφός μου δεν ήθελεν αποθάνει» (Ιωάν. 11/ια/21,32), και τους Χριστιανούς της Ιερουσαλήμ που όταν λιθοβολήθηκε ο Στέφανος, «έκαμον θρήνον μέγαν επ’ αυτόν» (Πράξ. 8/η/2), όπως το ίδιο πένθησαν τη μαθήτρια Δορκάδα στην Ιόππη (Πράξ. 9/θ/39).

Δεν μπορεί ο άνθρωπος να καταλάβει πώς και γιατί κάποιοι υποφέρουν περισσότερο από άλλους, και μάλιστα χωρίς να ξέρουν την αιτία και χωρίς να βρίσκουν κάποιο δικό τους λάθος. Για τούτο και ο Ιώβ έφτασε να σκέφτεται: «Θέλω ειπεί προς τον Θεόν, μη με καταδικάσης· δείξον μοι διά τι με δικάζεις» (Ιώβ 10/ι/2). Ακόμη και αν πρέπει να υποφέρω και πρέπει να υπομένω μια ειδική παιδεία ή πειρασμό, τουλάχιστον ΔΕΙΞΕ μου το γιατί!

Και ο αρχαίος Ψαλμωδός συχνά αναρωτήθηκε: «Διά τι, Κύριε, ίστασαι μακρόθεν; κρύπτεσαι εν καιρώ θλίψεως;» (Ψαλμ. 10/ι/1) και πάλι, «Θέλω ειπεί προς τον Θεόν, την πέτραν μου, διά τι με ελησμόνησας; διά τι περιπατώ σκυθρωπός εκ της καταθλίψεως του εχθρού;» (Ψαλμ. 42/μβ/9).

Μα και ο ίδιος ο Θεός παρουσιάζεται να αποδέχεται την απορία των Ιεροσολυμιτών, να συζητά και να δίνει εξήγηση για τα δεινά τους: «Εάν είπης εν τη καρδία σου, Διά τι συνέβησαν εις εμέ ταύτα; [Μάθε πως τούτο έγινε] διά το πλήθος της ανομίας σου» (Ιερ. 13/ιγ/22).

Τα παραπάνω είναι εντελώς διαφορετικά από τη νοοτροπία που ελέγχθηκε στην αρχή αυτού του άρθρου, η οποία έντονα αποδίδεται σε επιστολή που πρόσφατα δημοσιεύθηκε σε θρησκευτική εφημερίδα και μεταξύ άλλων ανέφερε:

(...) ο ειπών «το αγαπάτε αλλήλους», είναι ο ίδιος με τον ειπόντα «εάν εισακούσετέ μου τα αγαθά της γης φάγεσθε, ει δε μη μάχαιρα υμάς κατέδεται (καταδάπτω, καταξεσχίζω)». Και είναι ο αυτός —και όχι ο… Εγκέλαδος ή οι… υπόγειες πλάκες των σεισμολόγων— που «ποιεί την γην τρέμειν» και παραχωρεί τα τσουνάμια και τους πολέμους, τους λοιμούς και τους λιμούς και τον θάνατον και τέλος τον αιώνιο βασανισμό και την αιωνία Κόλαση, εναντίον όλων αυτών, που θα ήθελαν έναν… θεούλη στα μέτρα τους για να ικανοποιεί όλες τους τις ορέξεις…

Χιλιετηρίδες οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να σκέπτονται ότι για κάθε ατύχημα και δυστύχημα η "ευθύνη" ανήκει "στο θείο" – που το θεωρούν μεν υπεράνω πάσης κριτικής αλλά ασυναίσθητα του αποδίδουν και το "ακαταλόγιστο". Αυτό βέβαια δεν ανταποκρίνεται στον Θεό της Βίβλου.

Εκείνος όχι μόνο δεν κακοποιεί, αλλά ενδιαφέρεται για τους δικούς Του γι' αυτό και αναφέρεται ότι «κατά πάσας τας θλίψεις αυτών εθλίβετο, και ο άγγελος της παρουσίας αυτού έσωσεν αυτούς· εν τη αγάπη αυτού και εν τη ευσπλαγχνία αυτού αυτός ελύτρωσεν αυτούς», και «τας ασθενείας ημών εβάστασε και τας θλίψεις ημών επεφορτίσθη» (Ησ. 63/ξγ/9, 53/νγ/4).

Για όλα αυτά ο «Τ» αδυνατεί να παρακολουθήσει την "κοινή" λογική και διατυπώνει μια διαφορετική αντίληψη.

Επιτέλους εμείς «έχομεν αρχιερέα δυνάμενον να συμπαθήση εις τας ασθενείας ημών, πειρασθέντα κατά πάντα καθ' ομοιότητα ημών» (Εβρ. 4/δ/15).

Αυτόν προβάλουμε και Αυτόν δοξάζουμε! |

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ