Πίνακας περιεχομένων παρόντος τεύχους

Εκ καρδίας                   

 

Έδωσε την ευκαιρία;

 

Τα Χριστούγεννα που πέρασαν διαβάσαμε για μια ακόμη φορά κάτι που συχνά επαναλαμβάνεται γραπτά και προφορικά, από ανθρώπους δήθεν ειδικούς για να μας πληροφορούν σχετικά με τις βουλές και τα έργα του Θεού. Ξεκινούσε λοιπόν το άρθρο του ο άγνωστος σ’ εμάς θεολόγος με τη φράση: «Η Υπεραγία Θεοτόκος έδωσε στο Θεό την ευκαιρία ν’ αποκαλύψη το προαιώνιο και απόκρυφο μυστήριο της Θείας Ενσαρκώσεως».

mary

Όσο κι αν τούτος ο λόγος ακούγεται συμπαθητικός, στην πραγματικότητα είναι ύποπτος για πολλούς και διάφορους λόγους. Το κυριότερο όμως επειδή παρουσιάζει τον Θεό εξαρτώμενο από κάποιο ανθρώπινο ον, που χωρίς αυτό δε θα μπορούσε να κάνει το έργο Του και μόνο χάρη σ’ αυτό μπόρεσε να το εκτελέσει.

Μιλούν οι άνθρωποι λες και ο Θεός περίμενε να βρει στον κόσμο ένα ειδικό εργαλείο που χωρίς αυτό τα χέρια Του ήταν δεμένα και ο Ίδιος αδύναμος να προχωρήσει στις βουλές Του. Αλλά αυτό δε μπορεί να ισχύει για τον Παντοδύναμο – εκτός κι αν λέμε τα επίθετα χωρίς να καταλαβαίνουμε τη σημασία τους.

Όταν ο άγγελος Γαβριήλ μίλησε στην παρθένο Μαρία σχετικά με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο και εκείνη εύλογα ρώτησε «Πώς θέλει είσθαι τούτο, επειδή άνδρα δεν γνωρίζω;» ο άγγελος του Θεού δεν της είπε πως αυτό θα γίνει επειδή βρέθηκε η κατάλληλη κοπέλα αλλά επειδή: «Ουδέν πράγμα θέλει είσθαι αδύνατον παρά τω Θεώ» (Λουκ. 1/α/34,37).

Και όταν αργότερα ο απόστολος Παύλος χρειάστηκε να αναφερθεί στην ιστορική παρουσία του Χριστού, έγραψε: «Ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού, όστις εγεννήθη εκ γυναικός» (Γαλ. 4/δ/4). Δεν έγραψε πως τούτο έγινε όταν βρέθηκε η σωστή γυναίκα, αλλά όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, όταν συμπληρώθηκε ο απαραίτητος χρόνος.

Μερικοί νομίζουν πως εκφραζόμενοι όπως ο παραπάνω θεολόγος στην αρχή, δίνουν περισσότερη δόξα στο τιμημένο πρόσωπο της παρθένου Μαριάμ, όμως εκείνη με το παράδειγμα και τα λόγια της μας διδάσκει να δώσουμε αλλού την προσοχή μας, απαντώντας στον άγγελο: «Ιδού, η δούλη του Κυρίου· γένοιτο εις εμέ κατά τον λόγον σου» (Λουκ. 1/α/38).

Ο άνθρωπος, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν δοξάζεται όταν προβάλλεται το δικό του πρόσωπο, όνομα και αξία, αλλά όταν δοξάζεται και προβάλλεται ο Θεός. Αυτό το παράδειγμα έδωσε και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, όταν είπε: «Εκείνος πρέπει να αυξάνη, εγώ δε να ελαττόνωμαι» (Ιωάν. 3/γ/30).

Αυτό ας γίνεται και στη δική μας ζωή. |

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ