«Διά πολλών μαρτύρων...»
Η παρουσία της Εκκλησίας μέσα στην ελληνική κοινωνία Προς Κολοσσαείς 1/α/24 - 2/β/5
Kαθώς με την Χάρη του Κυρίου ξεκινάμε τις εργασίες της Γενικής Συνέλευσης της Εκκλησίας στην διάρκεια των οποίων θα γίνει η αποτίμηση των πεπραγμένων της περασμένης διετίας, θα ήθελα η ώρα αυτή της λατρευτικής μας εναρκτήριας σύναξης να έχει ένα προσανατολισμό προς το μέλλον και την παρουσία και τον ρόλο της Εκκλησίας μέσα στην ελληνική κοινωνία του σήμερα και του αύριο.
Ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος της Εκκλησίας μέσα στην Ελληνική κοινωνία;
Πριν από δύο χρόνια, στην αντίστοιχη σύναξη της Γενικής Συνέλευσης, είχα θέσει το ίδιο ερώτημα το οποίο απάντησα με το κάλεσμα η Εκκλησία να έχει μια εξωστρεφή λυτρωτική στάση. Να γίνει η ευαγγελική ζύμη της ελληνικής κοινωνίας.
Απόψε θα ήθελα να έρθουμε και να δούμε ένα ανάλογο κάλεσμα που θέτει ο απ. Παύλος στους αναγνώστες του στην Εκκλησία των Κολοσσών. Θα σας προσκαλούσα στο παράδειγμα του Παύλου να δούμε την δική μας εκκλησιαστική παρουσία μέσα στον δικό μας πολιτιστικό, κοινωνικό και εθνικό χώρο.
Α. Η Εκκλησία καλείται να διακονήσει την ελληνική κοινωνία
Ποιος είναι ο ρόλος του απ. Παύλου, ως κορυφαίου αποστόλου, προς την Εκκλησία του Ιησού Χριστού η οποία οικοδομείται μέσα στην κοινωνία των Κολοσσών και σε ολόκληρη την περιοχή της κοιλάδας του Λύκου ποταμού;
Θα μπορούσε να ήταν ένας ρόλος εξουσίας κι απολαβής. Όμως δεν είναι. Αντίθετα, ο ρόλος του είναι διακονικός «...ης εγενόμην εγώ διάκονος...» (1/α/25).
Ο απ. Παύλος επαναλαμβάνει το παράδειγμα του Κυρίου του, Του Οποίου η επίγεια παρουσία χαρακτηριζόταν από διακονία προς τον κόσμο κι εκφράζεται μ‘ εκείνα τα λόγια με τα οποία την οριοθέτησε όταν είπε, «...ο Υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Μάρκ. 10/ι/45).
Στην αρχαιότητα διάκονοι ήσαν όχι τα αφεντικά, όχι οι δεσπότες αλλά οι δούλοι στους οποίους οι κύριοι τους ανέθεταν τις διάφορες εργασίες. Ο Παύλος έχει μια ανάλογη για τον εαυτό του εικόνα καθώς είχε κληθεί από τον Κύριο του να υπηρετήσει την Εκκλησία για την οποία υπέφερε κιόλας (1/α/24).
Όπως ο Παύλος υπηρέτησε άλλους με αφοσίωση, έτσι και η Εκκλησία καλείται όχι να κατακρίνει και να καταδικάζει τους ανθρώπους αλλά να τους διακονήσει στις ανάγκες τους. Δεν καλείται σε μιαν απόταξη του κόσμου από φόβο μην τυχόν μολυνθεί απ‘ αυτόν αλλά σε μια διακονία καταλλαγής προς τον κόσμο. Η Εκκλησία δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν υπάρχει για να υπηρετεί τον εαυτό της ή να υπηρετήσει τον Ιησού Χριστό. Εκείνος δεν χρειάζεται την διακονία μας αλλά ο πλησίον μας, οι άνθρωποι με τα διάφορα προβλήματα και ανάγκες.
Λίγο προτού αναχωρήσει από ανάμεσα τους ο Κύριος είπε στους στενοχωρημένους Αποστόλους, «Σας βεβαιώνω ότι αυτός που πιστεύει σ‘ εμένα θα κάνει κι εκείνος τα ίδια έργα που κάνω εγώ, ακόμα μεγαλύτερα απ‘ αυτά θα κάνει γιατί εγώ πηγαίνω κοντά στον Πατέρα» (Ιωάν. 14/ιδ/12).
Με τα λόγια Του αυτά υποσχόταν ότι η απουσία Του από τον κόσμο δεν θα σήμανε και το τέλος της διακονίας Του διότι αυτήν την διακονία θα την συνέχιζαν οι μαθητές Του. Μάλιστα τους υπόσχεται ότι με πίστη σ‘ Αυτόν θα μπορούσαν να κάνουν όχι μόνο εκείνα που Αυτός είχε κάνει, τα οποία θεωρεί ελάσσονος σημασίας, αλλά και μεγαλύτερα τούτων. Και το ερώτημα γεννιέται, «τι θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο κι απ‘ αυτό το έργο της ανάστασης του Λαζάρου;»
Σε μια εκκλησιαστική κοινότητα σήμερα που αναζητεί το θέαμα με έργα θεραπείας σε αμφιβόλου πνευματικότητας φιέστες, τα οποία για τον Κύριο είναι το έλασσον, το ερώτημα για το μείζον προκαλεί ενόχληση διότι τα έργα μείζονος σημασίας δεν έχουν τίποτα να κάνουν με φίλαυτα, ατομοκεντρικά και περιορισμένης πνευματικής αποτελεσματικότητας θαύματα.
Μεγαλύτερο έργο κι απ‘ αυτήν την θεαματική ανάσταση του Λαζάρου ήταν το κήρυγμα του Πέτρου την ημέρα της Πεντηκοστής και η πίστη 3.000 ανθρώπων να πιστέψουν στον Κύριο Ιησού Χριστό, όταν σε ολόκληρη την επίγεια διακονία Του ο ίδιος δεν είδε συνολικά τόσους να πιστεύουν.
Μεγαλύτερο έργο ήταν ο διώκτης της Εκκλησίας Σαύλος να αλλάξει και να γίνει ο Απόστολος των Εθνών Παύλος. Γι‘ αυτό και ο Αυγουστίνος αργότερα θα γράψει,
Και ποια άλλα είναι τα έργα από του να παράγεις έναν δίκαιο από έναν άδικο; Μπορώ χωρίς δισταγμό να θεωρήσω κάτι τέτοιο `μείζον‘ του ουρανού και της γης. Διότι ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν αλλά η σωτηρία και η δικαίωση των προγνωρισμένων θα παραμείνει για πάντα. Εκείνος που μπορεί να καταλάβει και να κρίνει ας πει εάν είναι μεγαλύτερο να δημιουργεί κανείς δίκαια όντα ή να αλλάζει τους καλούς σε δίκαιους. Διότι τουλάχιστον εάν και για τα δύο χρειάζεται ίση δύναμις για το δεύτερο χρειάζεται μεγαλύτερο έλεος. (Τρεμπέλας, 516). Μεγαλύτερο έργο ήταν η εξάπλωση της Εκκλησίας όταν ο Θεός κατήργησε κάθε μεσότοιχο έχθρας κι αποκάλυψε το αιώνιο μυστήριο Του, την Εκκλησία η οποία αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος της ιστορίας του ανθρώπου.
Μεγαλύτερο έργο ήταν η ειδωλολατρική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία να αλλάξει κι Ευρώπη να εκχριστιανιστεί. Μεγαλύτερο έργο ήταν το Ευαγγέλιο να καταργήσει ανήθικους θεσμούς, όπως της δουλείας και της απόλυτης μοναρχίας.
Μεγαλύτερο έργο ήταν άνθρωποι που πίστεψαν στον Ιησού Χριστό όχι μόνο οι ίδιοι να αλλάξουν αλλά στην συνέχεια να ενδιαφέρονται για τις ανάγκες, πνευματικές και υλικές, των άλλων, όπως ο Μ. Βασίλειος και μυριάδες σαν κι αυτόν, χτίζοντας νοσοκομεία, ορφανοτροφεία, γηροκομεία και να βρίσκονται ακόμη και σήμερα πρώτοι στα πεδία των καταστροφών έτοιμοι να προσφέρουν αγάπη και αγαθά στους πονεμένους.
Σ‘ αυτά τα μεγαλύτερα έργα, τα οποία όμως σημείο αναφοράς δεν έχουν τον εαυτό μου αλλά τον άλλον, την κοινωνία ολόκληρη, μας καλεί ο Κύριος να εργαστούμε. Να γίνουμε δικοί Του διάκονοι προς τον πλησίον στους τόπους διαμονής μας. Να γίνουμε δικοί Του διάκονοι καταλλαγής μέσα στον κόσμο κι όχι κράχτες μιας ταμπέλας και μιας στείρας εκκλησιαστικής αντιπαράθεσης.
Β. Η Εκκλησία καλείται να κηρύξει το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού
Ως διάκονος της Εκκλησίας με εντολή του Ιησού Χριστού το έργο που ανατέθηκε στον απ. Παύλο ήταν: «...να ολοκληρώσω το κήρυγμα του ευαγγελίου» (1/α/25) [«...Αυτόν τον Χριστό κι εμείς κηρύττουμε» (1/α/28)].
Ο απ. Παύλος επαναλαμβάνει κι εδώ το παράδειγμα του Κυρίου ο οποίος όταν οι μαθητές Τον αναζήτησαν και Του είπαν να επιστρέψει στην Καπερναούμ διότι είχε μαζευτεί πολύς λαός εξαιτίας των θαυμάτων που έκανε το προηγούμενο βράδυ, απάντησε στην θαυματολαγνεία των μαθητών απογοητεύοντας κι αυτούς και τα πλήθη που είχαν συγκεντρωθεί για το θέαμα, «Πάμε στα γειτονικά χωριά, για να κηρύξω κι εκεί αυτή είναι η αποστολή μου» (Μάρκ. 1/α/38).
Ο απ. Παύλος θεωρούσε ότι το κάλεσμα του δεν ήταν ούτε θαύματα να κάνει, ούτε βαπτίσεις, αλλά να κηρύξει το ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού.
Το ίδιο ακριβώς πρέπει να είναι και το δικό μας έργο. Όχι να χτίσουμε το δικό μας προσωπικό ή εκκλησιαστικό βασίλειο, αλλά να δώσουμε στους ίδιους τους εαυτούς μας, στις οικογένειες μας αλλά και στον λαό της Ελλάδας, το Ευαγγέλιο. Να γίνουμε «η ευαγγελική ζύμη της Ελλάδος». Να ένα όντως μεγάλο έργο!
Να δώσουμε το Ευαγγέλιο. Γι‘ αυτό λεγόμαστε ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ! Ήταν αυτό το ευαγγελικό κήρυγμα το ζητούμενο στον σκοτεινό Μεσαίωνα. Το οποίο στη συνέχεια αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος της ευαγγελικής μεταρρύθμισης και πρέπει να αποτελεί την αιχμή του δόρατος του έργου της Εκκλησίας. Να κηρύξουμε το Λόγο του Θεού «εγκαίρως ακαίρως»!
Ως Εκκλησία πρέπει να προστατέψουμε τον άμβωνα ώστε αυτό που ο άμβωνας μεταδίδει να είναι αληθινή και πραγματική στερεή πνευματική τροφή. Ως Εκκλησία καλούμαστε, πάρα τις περί αντιθέτου «σειρήνες» να επενδύουμε στην θεολογική κατάρτιση των υποψηφίων διακόνων των αμβώνων μας.
Και τέλος, καλούμαστε να βρούμε τρόπους να μεταδώσουμε στο λαό μας το ευαγγελικό μήνυμα που λευτερώνει τον άνθρωπο από δεσμά αμαρτίας. Καλούμαστε να γίνουμε μια Εκκλησία «καθ‘ οδόν προς την Εμμαούς» όπου μιμούμενοι τον Κύριο εμπλεκόμαστε με τους συνανθρώπους μας σ‘ αυτό το ταξίδι της ζωής κι εξηγούμε στον κάθε ενδιαφερόμενο την αλήθεια για τον Λόγο, την Σταύρωση, τον Θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου.
Γ. Η Εκκλησία καλείται να αναπτύξει μια φιλάνθρωπη μεθοδολογία διακονίας
Ποιος είναι ο τρόπος διακονίας του απ. Παύλου; Μήπως ένας πατερναλιστικός ή ένας κατακριτικός όπου ο Παύλος χρησιμοποιεί το Ευαγγέλιο ως ηθικό μαστίγιο για να κατακεραυνώνει την «σάπια» κοινωνία και τους αμαρτωλούς που την αποτελούν;
Με ποιον τρόπο κηρύττει «Αυτόν τον Χριστό»;
Την απάντηση την δίνει στο εδ. 1.28, «...νουθετούντες πάντα άνθρωπον και διδάσκοντες πάντα άνθρωπον εν πάση σοφία...».
Και η νουθεσία και η διδασκαλία ως μέθοδοι προϋποθέτουν σεβασμό προς το πρόσωπο, ελευθερία, απουσία άσκησης οποιασδήποτε μορφής βίας ή εκμετάλλευσης, δηλώνουν αγαπητική σχέση που ενδιαφέρεται πρωτίστως για το καλό του άλλου.
Στο ταξίδι επιστροφής στην Ιερουσαλήμ ο Παύλος καλεί τους Πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Εφέσου να τον συναντήσουν στην Μίλητο όπου μεταξύ άλλων τους λέει, «...να θυμάστε ότι τρία χρόνια συνέχεια δεν έπαψα νύχτα και μέρα να νουθετώ με δάκρυα τον καθένα σας» (Πράξ. 20/κ/31).
Η νουθεσία με βάση το Λόγο του Θεού πραγματοποιείται με διάφορους τρόπους:
α. Ενθαρρύνοντας
β. Καθοδηγώντας
γ. Συμβουλεύοντας
δ. Ελέγχοντας
Κι όλα αυτά με ΣΟΦΙΑ!
Λίγο παρακάτω ο απ. Παύλος θα πει ότι η διακονία της νουθεσίας δεν είναι αποκλειστικό έργο κι ευθύνη μόνο του Κήρυκα αλλά έργο όλων των πιστών, «Ο λόγος του Χριστού, με όλο του τον πλούτο, ας μένει μόνιμα ανάμεσα σας. Κι έτσι, να διδάσκετε και να συμβουλεύετε ο ένας τον άλλο με σοφία» (3/γ/16).
Ως Εκκλησία καλούμαστε σε μια φιλάνθρωπη μεθοδολογία μετάδοσης του ευαγγελικού κηρύγματος που σέβεται το πρόσωπο, την αξιοπρέπεια του, τον πολιτισμό του, την νοημοσύνη του, την θρησκευτική του παράδοση. Μια μεθοδολογία που δεν κινείται από θριαμβολογικά συμπλέγματα αλλά από κίνητρα αγάπης και διακονίας των πνευματικών, ψυχικών, κοινωνικών και υλικών αναγκών των συνανθρώπων μας.
Δ. Η Εκκλησία καλείται να έχει ξεκάθαρους στόχους και σκοπούς
Για τον απ. Παύλο τρεις ήσαν οι σκοποί της διακονίας του για τους Κολοσσαείς τους οποίους πρέπει να έχει η Εκκλησία:
1. Η τελειοποίηση του κάθε ανθρώπου (1/α/28)
Ενώ στην ελληνική γραμματεία η έννοια της τελειότητας ήταν ηθικής φύσεως, αυτή είχε να κάνει με την απουσία κάθε ηθικής ατέλειας, κάτι βέβαια αδύνατο για τους ανθρώπους, αντίθετα στην εβραϊκή αντίληψη «τέλειος» ήταν εκείνος που βρισκόταν σε σωστή σχέση με τον Θεό καθώς έτσι γινόταν «ολόκληρος» άνθρωπος. Έτσι, στην ΚΔ «τέλειος» είναι ο άνθρωπος που:
α. Ανήκει στον Χριστό
β. Πιστεύει σταθερά στον Χριστό
γ. Υπακούει στις εντολές του Χριστού
Με άλλα λόγια η «τελειότητα» είναι Χριστοκεντρική και δεν υπάρχει έξω από τον Χριστό σε κάποια διδασκαλία, μυστικιστική εμπειρία, μύηση, τελετουργία, ηθική συμπεριφορά ή σε κάποιο κύκλο πιοτών, αλλά στον Χριστό του Οποίου το έργο σκοπό έχει να παραστήσει τους δικούς Του.
2. Η «δημιουργία» πιστών (1/α/22-23):
α. Των οποίων η καρδιά έχει ενισχυθεί με το Ευαγγέλιο («ίνα παρακληθώσιν αι καρδίαι αυτών»)
β. Οι οποίοι είναι ενωμένοι με αγάπη
γ. Είναι πλουτισμένοι με αληθινή γνώση
Η Εκκλησία καλείται να είναι ο φορέας, ο χώρος και ο τόπος όπου θα κοινωνηθεί και θα προσφερθεί στους άλλους η αγάπη, η ενθάρρυνση, η αποδοχή, η στήριξη.
Θυμηθείτε τον αμαρτωλό τελώνη της παραβολής, τον Ζακχαίο της ιστορίας, την πόρνη γυναίκα μπροστά στον Χριστό. Κοντά Του βρήκαν όχι κατάκριση ή ηθικό κήρυγμα αλλά σεβασμό, συγχώρηση, ελπίδα, αγάπη, στήριξη, μέλλον.
3. Να κηρύξει τα Καλά Νέα σε όλους τους ανθρώπους.
Τρεις φορές μέσα στο εδάφιο 1/α/28 ο απ. Παύλος αναφέρει τις λέξεις «πάντα άνθρωπον».
Το Ευαγγέλιο του Χριστού είναι για όλους τους ανθρώπους. Γι‘ αυτό το λόγο η Εκκλησία καλείται να διαπερνά και να προσπερνά κάθε εθνικά, φυλετικά, κοινωνικά, γλωσσικά, διανοητικά, οικονομικά, θρησκευτικά και πολιτιστικά σύνορα τα οποία η αμαρτωλότητα του ανθρώπου έχει ορθώσει.
Ακόμη, αυτό το «πάντα άνθρωπον εν πάση σοφία» σημαίνει ότι δεν μπορεί ένας μέρος αυτής της θεϊκής σοφίας να παραμένει αποκλειστικά κτήμα κάποιων, λίγων μυημένων. «Όλη η αλήθεια του Λόγου του Θεού είναι για όλους τους ανθρώπους».
Το κάλεσμα του Κυρίου «δωρεάν λάβατε, δωρεάν δότε» είναι περιεκτικό, στοχεύει όλους, πλούσιους και φτωχούς, δυνατούς κι αδύναμους, μικρούς και μεγάλους, Έλληνες κι αλλοδαπούς, άνδρες και γυναίκες, ηθικούς κι ανήθικους.
Η Εκκλησία του Χριστού ποτέ δεν είχε στόχο και σκοπό να είναι μια κλειστή, αρνησικοσμική λέσχη κάποιων, λίγων αλλά μια κοινωνία ανοιχτή και προσπελάσιμη σε όλους τους ανθρώπους. |
Το άρθρο αυτό υπήρξε η εναρκτήρια ομιλία της ΚΘ~ Γενικής Συνέλευσης της Γενικής Συνόδου της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας και εκφωνήθηκε από τον Πρόεδρό της Αιδ. Μ. Μελετιάδη, Ποιμένα της Ελλ.Ε.Ε. Βόλου. Αναδημοσιεύεται από το περιοδικό «Αστήρ της Ανατολής», (7-8/2008).
Στο αρχικό κείμενο ο συντάκτης έχει υπόψη του την Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία, όμως οι αρχές και οι οδηγίες που παρουσιάζονται, αφορούν την όλη Εκκλησία αδιακρίτως ονομασιών και διαιρέσεων, γι' αυτό και ο «Τ» –που ενδιαφέρεται για το σύνολο των πιστών του Χριστού– έκανε την κατάλληλη προσαρμογή της διατύπωσης, ελπίζουμε χωρίς αντίρρηση του συγγραφέα.