Πίνακας περιεχομένων παρόντος τεύχους
Πάντοτε ευπρόσδεκτη
Αλληλογραφία
με τους Αναγνώστες
1. Ελπίδες «απέλπιδες»
Ο αναγνώστης Ι.Σ. από τις ΗΠΑ έγραψε:
Το απόφθεγμα στο οποίο αναφερθήκατε στο άρθρο «Η ελπίδα που δεν πεθαίνει...», λέει να μην αφαιρούμε την ελπίδα κάποιου αφήνοντάς τον χωρίς ελπίδα μέσα σε μαύρο σκοτάδι απελπισίας. Αν η ελπίδα κάποιου είναι ψεύτικη και μπορούμε εμείς να του την αντικαταστήσουμε με μια αληθινή ελπίδα, αυτό δεν είναι αφαίρεση ελπίδας, αλλά έμπνευση και εμφύτευση ελπίδας. Είναι χαρά και ζωή γι' αυτόν, και όχι απελπισία, σκοτάδι, απογοήτευση, παραίτηση.
Αν μιας μάνας το παιδί πήρε το δρόμο της ασωτίας, κι εκείνη ελπίζει στην επιστροφή του και προσεύχεται να ανακάμψει, να πάω εγώ και να της πω ότι άδικα ελπίζει, γιατί η πτώση του παιδιού της είναι τόσο μεγάλη που αποκλείεται να συνέλθει ποτέ; Δεν θα ήταν αυτό εγκληματικό εκ μέρους μου; Αν κάποιος έχει πληγεί από κάποια σοβαρή αρρώστια και οι γιατροί έχουν σηκώσει ψηλά τα χέρια, και παρ' όλα αυτά εκείνος ελπίζει ότι μπορεί να γίνει καλά και ικετεύει τον Θεό γι' αυτό, να του αφαιρέσω αυτή την ελπίδα λέγοντάς του ότι ο Θεός δεν κάνει πάντοτε θαύματα; Αν κάποιος έχει χάσει τα πάντα σε μια φυσική καταστροφή κι όμως ελπίζει ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες γι' αυτόν και τα πράγματα θα αποκατασταθούν, (όπως στην περίπτωση του Ιώβ) να του πούμε τέτοια ελπίδα να μην έχει και είναι καλύτερα να στραφεί εναντίον του Θεού, ή να πάει να αυτοκτονήσει, όπως έκανε η γυναίκα εκείνου;
Το απόφθεγμα δεν μιλάει για ψεύτικη ή ανυπόστατη ελπίδα. Αλλά κι αν ακόμα συναντήσουμε κάποια τέτοια περίπτωση, τότε το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να δώσουμε μια καινούρια ελπίδα, όχι απλώς να αφαιρέσουμε αυτή που έχει. Αν ένας ανάπηρος στηρίζεται στο μπαστούνι του για να μπορέσει να περπατήσει, δεν του παίρνεις το μπαστούνι και το πετάς. Τον κάνεις καλά πρώτα και τότε μόνος του εγκαταλείπει το μπαστούνι του.
Ο Θεός είναι ικανός να κάνει θαύματα όποτε το κρίνει και το θέλει ο Ίδιος. Όχι όποτε το θέλουμε ή Του το ζητάμε εμείς. Δεν μπορούμε όμως εμείς να καθορίσουμε ποτέ, πότε θα ενεργήσει θαυματουργικά και πότε όχι, όπως δυστυχώς ισχυρίζονται μερικοί έμποροι της θρησκείας σήμερα. Εμείς μόνο να προσευχηθούμε μπορούμε και να είμαστε πρόθυμοι να δεχτούμε την απόφαση και την απάντηση του Θεού, όποια κι αν είναι αυτή, είτε θετική είτε αρνητική. Αυτή είναι η διδαχή του Λόγου του Θεού.
Ο πιστός δεν ξέρει αν στη δική του συγκεκριμένη περίπτωση θα κάνει ο Θεός το θαύμα που αυτός έχει ανάγκη ή δεν θα το κάνει. Μπορεί όμως να προσεύχεται στο Θεό και να ζητάει την επέμβασή Του με την ελπίδα ότι ο Θεός μπορεί να τον εισακούσει. Αν δεν έχει καμιά ελπίδα γιατί να προσεύχεται;
[Έχουν γίνει περικοπές και συμπτύξεις.].
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ :
Θέτετε μια σειρά διλήμματα που απασχολούν πολλούς και δίνετε την ευκαιρία να διαφωτίσουμε το ζήτημα με μια σύντομη απάντηση.
1. Όσον αφορά «το παιδί [που] πήρε το δρόμο της ασωτίας (...) αλλά η πτώση του είναι τόσο μεγάλη που αποκλείεται να συνέλθει ποτέ...» κανείς δε μπορεί να είναι δογματικός, επειδή δε μπορεί να πει τι θα γίνει στο τέλος ούτε ότι «αποκλείεται να συνέλθει ποτέ» – αυτό μόνο ο Θεός θα μπορούσε να το πει. Αλλά να την αποκοιμίζω χωρίς να της εξηγώ τη σοβαρότητα της κατάστασης του παιδιού της, μάλλον είναι άσοφο.
Μερικές φορές τέτοιου είδους "ελπίδα" εμποδίζει μια τέτοια μητέρα να αναλάβει ριζικά μέτρα και να σκεφτεί με αποφασιστικότητα και τόλμη. (Έτσι κι αλλιώς οι μητέρες ρέπουν να δικαιολογούν τα στραβά των παιδιών και γενικά των αγαπητών τους, και συχνά γίνονται θύματα εκμετάλλευσης τέτοιων αρρωστημένων καταστάσεων και άθελά τους επιβαρύνουν την κατάσταση, όπως π.χ. με τα ναρκωτικά.) Έχουμε υπόψη μια οικογένεια που από 10 χρόνια διακρίναμε πως κάτι συμβαίνει, όμως η μητέρα (α) δεν ήθελε να δει και (β) ακόμη "ελπίζει"^ στο μεταξύ υφίσταται συνεχή υλική και ηθική "αφαίμαξη" από το γιο της. Αν είχε καταλάβει ότι "η ίδια έχει χάσει το παιχνίδι" και το παιδί της χρειάζεται απελπιστικά εξωτερική βοήθεια, ίσως μάλιστα αποφάσιζε ν' αντιμετωπίσει την κατάσταση ζητώντας βοήθεια από ειδικούς.
Αλλά και το ίδιο το παιδί όταν καταλάβαινε πως δεν μπορεί να ζει παρασιτικά σε βάρος των άλλων, θα αναγκαζόταν ίσως να πάει σε κάποιο πρόγραμμα ή ίδρυμα, όπου θα μπορούσε να βοηθηθεί ουσιαστικά και αποτελεσματικά.
2. Στο θέμα της ανίατης αρρώστιας, όταν «οι γιατροί έχουν σηκώσει ψηλά τα χέρια, αλλά ο ασθενής ελπίζει ότι μπορεί να γίνει καλά και ικετεύει τον Θεό γι' αυτό», –κάτι που οι Έλληνες συνηθίζουν με πείσμα– ποιο θα είναι το κέρδος του ίδιου και των συγγενών του, αν περνούν τον καιρό τους "ελπίζοντας" σε ένα ΘΑΥΜΑ, κάτι που συχνά κάνει τον ασθενή να αποφεύγει τους γιατρούς και τη φαρμακευτική θεραπεία; ΟΧΙ λοιπόν. Γνώμη μας είναι πως τέτοιες περιπτώσεις μάλλον εγωισμό φανερώνουν παρά μεγάλη πίστη στον Θεό. Κάποιος είπε: Δεν θέλω να μου πουν ψέματα για την κατάστασή μου και να ελπίζω σε ένα παραμύθι. Δεν ζητώ ιδιοτελείς προσευχές "για να γίνω καλά" την ίδια ώρα που εκατομμύρια συνάνθρωποι πεθαίνουν από την ίδια αιτία.
Όταν ο Θεός έδωσε στους γιατρούς σοφία και μέσα για να μας βοηθούν, είναι ασέβεια και αλαζονία εμείς να απαιτούμε/διεκδικούμε "προσωπικό θαύμα" για να φανεί στους άλλους η μεγάλη μας πίστη, ενώ στην πραγματικότητα φοβόμαστε το θάνατο και την ταλαιπωρία της θεραπευτικής αγωγής. Ας εκμεταλλευτούμε λοιπόν κάθε βοήθεια που προσφέρει η επιστήμη, παράλληλα δε ας προετοιμαζόμαστε – γιατί όχι να γράψουμε και τη διαθήκη μας. Έτσι κι αλλιώς όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα.
Επιπλέον, όταν δίνουμε ή συντηρούμε ψεύτικες ελπίδες, βοηθάμε τον άνθρωπο να επιμείνει ΝΑ ΖΗΤΕΙ ΤΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ, ενώ αν αντιλαμβανόταν ότι ΦΕΥΓΕΙ ΣΥΝΤΟΜΑ, ίσως και να αποφάσιζε να ακούσει τη φωνή του προφήτη: «ΕΤΟΙΜΑΣΘΗΤΙ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΣΟΥ» και να εκζητούσε ΤΑ ΑΝΩ. (Αμώς 4/δ/8, Κολ. 3/γ/1-2).
3. Ο Ιώβ που μνημονεύσατε, δεν έκανε συναλλαγή με τον Θεό ότι θα μείνει πιστός επειδή είχε την ελπίδα "να ξαναπάρει πίσω τα χαμένα". Η πίστη του ήταν ικανοποιημένη με το «Γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου και γυμνός θέλω επιστρέψει εκεί· ο Κύριος έδωκε και ο Κύριος αφήρεσεν· είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον». Αλλά αναρωτιόμαστε πόσοι χριστιανοί θα ήταν σήμερα έτοιμοι να αποδεχτούν έτσι στη βουλή του Θεού...
Η ελπίδα του Ιώβ —όπως και του Αβραάμ— δεν ήταν στην πρόσκαιρη αποκατάσταση αλλά στην αιώνια ΑΝΑΣΤΑΣΗ. Δεν είπε: «Δεν πειράζει, αφού στο τέλος θα έχω τα ίδια και περισσότερα», αλλά «Εξεύρω ότι ζη ο Λυτρωτής μου, και θέλει εγερθή εν τοις εσχάτοις καιροίς επί της γης· και αφού μετά το δέρμα μου το σώμα τούτο φθαρή, πάλιν με την σάρκα μου θέλω ιδή τον Θεόν». (Εξάλλου κανένας πατέρας δεν αποζημιώνεται για το πένθος των παιδιών που έχασε αν αργότερα αποκτήσει καινούργια.)
Όσον αφορά το ερώτημα, «Αν δεν έχει καμιά ελπίδα γιατί να προσεύχεται;» θα απαντούσαμε με ένα άλλο απόφθεγμα που κατά σύμπτωση επίσης διαβάσαμε στον ίδιο ημεροδείκτη και έλεγε: «Ο σκοπός της προσευχής δεν είναι να πληροφορήσουμε το Θεό για τις ανάγκες μας (αυτές τις ξέρει), αλλά να Τον προσκαλέσουμε να κατευθύνει τη ζωή μας».
Όπως και να έχει το πράγμα, συμφωνούμε μαζί σας πως δεν πρέπει να μένουμε αδιάφοροι εμείς που πιστεύουμε αληθινά στον Θεό, και όταν αντιμετωπίζουμε μια όποια απέλπιδα κατάσταση «το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να δώσουμε μια καινούρια ελπίδα, όχι απλώς να αφαιρέσουμε αυτή που έχει». |
2. Δηλώνουν Χριστιανοί...
(Οι βουλευτές μας)
Ο αναγνώστης Β.Σ. από την Αθήνα έγραψε:
Αναφερθήκατε σε προηγούμενο τεύχος για τους «Χριστιανούς» νομοθέτες μας, που νομοθετούν ενάντια στον Θεό και τις αρχές Του. Δυστυχώς αν και οι εργασίες της Βουλής των Ελλήνων αρχίζουν με «τελετή Αγιασμού», πολλά από όσα λέγονται, προτείνονται και τελικά νομοθετούνται, δεν είναι δίκαια, καθαρά και ηθικά.
Ποιος θα είχει αντίρρηση αν η Βουλή νομοθετούσε υπέρ των τυφλών, των αναπήρων, των αγραμμάτων κ.ο.κ., αφού κι αυτοί αποτελούν μέρος της κοινωνίας μας και δικαιούνται ανάλογη ή και ειδική μέριμνα εκ μέρους της πολιτείας. Αλλά κανείς δε θα συμφωνούσε αν η Βουλή αποφάσιζε να νομοθετήσει π.χ. να μη δικάζονται οι κλεπτομανείς και να μην τιμωρούνται οι φοροφυγάδες ή οι φυγόστρατοι.
Τα τελευταία χρόνια όμως ψηφίστηκαν νόμοι που φανερώνουν ότι ΜΕΡΙΜΝΑ των νομοθετών μας δεν είναι οι νομοταγείς πολίτες αλλά κάθε εκτροπή από το φυσιολογικό, ηθικό και ορθό: 1. Νομιμοποίηση των εκτρώσεων. 2. Αποποινικοποίηση της μοιχείας. 3. Αυτόματο διαζύγιο. 4. Κατάργηση της θανατικής ποινής. 5. Απαλλαγή των μεγάλων εισφοροφυγάδων στο Κράτος και τα Ασφαλιστικά Ταμεία. Και τώρα προχωρούν βαθμιαία πλην σταθερά προς: α. Το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης. β. Τους γάμους των ομοφυλοφίλων. γ. Την αποποινικοποίηση της παιδοφιλίας. δ. Την απελευθέρωση της χρήσης των ναρκωτικών...
Δεν νοιάζονται οι «Χριστιανοί» νομοθέτες για τους άπορους και τους πολύτεκνους ή τους αριστούχους, τους ευεργέτες και τους εθελοντές. Εκείνους που ενώ άλλοι κοπροσκυλιάζουν στις καφετέριες και άλλα στέκια διαφθοράς, αυτοί μελετούν, εργάζονται, υπηρετούν, προσφέρουν, αγαπούν και μεγαλώνουν αυριανούς εργάτες, επιστήμονες, φορολογούμενους... Εκείνους, δηλάδή, που αν και βλέπουν άλλους που γίνονται Υπουργοί χωρίς να έχουν πάει στο στρατό, να σπουδάζουν χωρίς να δίνουν εξετάσεις επειδή ο μπαμπάς τους στέλνει στα εξωτερικά, να πληρώνουν ελάχιστους φόρους αλλά να απολαμβάνουν μέγιστα προνόμια, παρ' όλα αυτά εξακολουθούν να κάνουν το καθήκον τους και ως χρηστοί πολίτες και σωστοί χριστιανοί.
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ
Μεγάλο δίκιο έχει ο αναγνώστης μας, όμως δεν πρέπει να λησμονούμε ότι «ο κόσμος όλος εν τω πονηρώ κείται» (Α~ Ιωάν. 5/ε/19) και σ' αυτή τη διαπίστωση η χώρα μας έχει άλλη μια πρωτιά. |