Πίνακας περιεχομένων παρόντος τεύχους

Μελετώντας βαθύτερα

Η πίστη
και το Ευαγγέλιο

Το Ευαγγέλιο του Χριστού από πολλούς προβάλλεται ως μια στιγμιαία συνταγή που υλοποιείται είτε με το "Μυστήριο του Βαπτίσματος" είτε λέγοντας μερικά απλά λόγια, μια "παπαγαλία", και τίποτε περισσότερο –«Πες μια τυποποιημένη προσευχή, πίστεψε ότι έχεις σωθεί ...και σώθηκες!»

Οι μεν στηρίζονται στο χωρίο «Όστις πιστεύση και βαπτισθή θέλει σωθή» (Μάρκ. 16/ις/16) και οι άλλοι στο: «Πας όστις επικαλεσθή το όνομα του Κυρίου, θέλει σωθή» (Ιωήλ 2/β/32). Βρες λοιπόν μια "νονά" να πιστέψει για λογαριασμό σου ή πες δυο λογάκια και όλα τελείωσαν...

Όμως στέκει αυτό; Και είναι τόσο απλό το ζήτημα της πίστης;

Ο απόστολος Παύλος εξηγεί ότι για να επικαλεστώ κάποιον, προϋποτίθεται ότι έχω ήδη πιστέψει σ’ αυτόν, γι’ αυτό και ρωτάει: «Πώς λοιπόν θέλουσιν επικαλεσθή εκείνον, εις τον οποίον δεν επίστευσαν;» (Ρωμ. 10/ι/14). Άρα, πρώτα πιστεύω και ύστερα επικαλούμαι. Και για να πιστέψω σε κάποιον, εξυπακούεται ότι πρέπει προηγούμενα να έχω γνωρίσει γι' αυτόν αρκετά, ώστε να κερδίσει την εμπιστοσύνη μου, γεγονός που κάνει απαραίτητο τον κήρυκα και την ακρόαση του μηνήματός του (εδ. 15).

Επιπλέον, κάποιο άλλο χωρίο γράφει: «Ο Κύριος είναι πλησίον πάντων των επικαλουμένων αυτόν· πάντων των επικαλουμένων αυτόν εν αληθεία» (Ψαλμ. 145/ρμε/18). Από αυτό προκύπτει εύλογα ότι κάποιος μπορεί να επικαλείται τον Θεό και χωρίς αλήθεια, κι ο Παύλος θα γράψει στον Τιμόθεο, ότι πίστη που πρέπει να επιδιώκει ο πιστός βρίσκεται «...μετά των επικαλουμένων τον Κύριον εκ καθαράς καρδίας» (Β΄ Τιμ. 2/β/22). Αυτό κάνει ακόμη πιο δύσκολα τα πράγματα, αφού και αν ακόμη δεχτούμε ότι βρήκαμε την «αλήθεια» με την οποία ταιριάζει να επικαλούμαστε τον Κύριο, πού θα βρούμε την «καθαρή καρδιά»;

Σύμφωνα με τη γνωστή προφητεία του Χριστού, «Πολλοί θέλουσιν ειπεί προς εμέ εν εκείνη τη ημέρα, Κύριε, Κύριε, δεν προεφητεύσαμεν εν τω ονόματί σου, και εν τω ονόματί σου εξεβάλομεν δαιμόνια, και εν τω ονόματί σου εκάμομεν θαύματα πολλά;» (Ματθ. 7/ζ/22).

Και μόνη η κραυγή «ΚYΡΙΕ, ΚYΡΙΕ», τι άλλο είναι παρά μία επίκληση; Ούτε όμως η επίκληση αυτή, ούτε και τα θαύματα που προβάλλουν, θα είναι ικανά να μεταστρέψουν τη γνώμη του Χριστού, που εκφράζεται με τα σκληρά λόγια: «Ποτέ δεν σας εγνώρισα· φεύγετε απ’ εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν» (εδ. 23).

Παραμερίζοντας, λοιπόν, τα πρόχειρα, εύκολα και επικίνδυνα “ευαγγέλια” δαιμονικής προέλευσης, ας μείνουμε στο γνήσιο ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, που θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: «Πίστεψε ότι ο Χριστός έχει ήδη κάνει όλα όσα χρειάζονται ΓΙΑ να σωθείς, και εμπιστεύσου/ακολούθησε/βάδισε την οδό που άνοιξε ο Θεός, και η οποία δεν είναι άλλη από τον Ίδιο τον Χριστό (το έργο Του και το παράδειγμα της ζωής Του – Α~ Πέτρ. 2/β/21), και τότε –μόνο τότε– θα σωθείς».

Η διδαχή αυτή λέει ότι, ναι μεν ο αγώνας της σωτηρίας δόθηκε και κερδήθηκε ήδη από τον Χριστό, όμως υπάρχει και ένας άλλος, ένας δεύτερος αγώνας, που αφορά εμάς, και τούτος είναι ο ισόβιος αγώνας της διατήρησης της πίστης μας.

Χωρίς αμφιβολία «ο ΑΡΧΗΓΟΣ και ΤΕΛΕΙΩΤΗΣ» της πίστης μας είναι ο Χριστός (Εβρ. 7/ζ/11), αλλά αγωνιστές στο ενδιάμεσο είμαστε εμείς – ο καθένας μας χωριστά. Συνακόλουθα ο Παύλος έγραψε προς το τέλος της ζωής του: «Τον αγώνα τον καλόν ηγωνίσθην, τον δρόμον ετελείωσα, την πίστιν διετήρησα» (Β~ Τιμ. 4/δ/7)... Ενώ, λοιπόν, τίποτα δε χάνεται από το έργο του Θεού (που είναι ήδη ολοκληρωμένο), τίθεται το ερώτημα πώς αντιμετωπίζουμε το δικό μας καθήκον που απομένει να ολοκληρωθεί, επειδή, αν χαθεί η πίστη μας, με άλλα λόγια αν «ναυαγήσουμε εις την πίστιν», τα χάνουμε όλα! (Α~ Τιμ. 1/α/19).

Μπορούμε να διδαχτούμε από πολλά παραδείγματα της Αγίας Γραφής, κι εδώ μνημονεύουμε τον Αβραάμ, για τον οποίο η Βίβλος γράφει: «Επίστευσεν εις τον Κύριον· και ελογίσθη εις αυτόν εις δικαιοσύνην» (Γέν. 15/ιε/6).

–Δοκιμάστηκε η πίστη του Αβραάμ; –Βεβαίως! Όμως αυτό δεν έγινε μόνο μία φορά (τότε που του ζητήθηκε να θυσιάσει τον Ισαάκ) αλλά μία ολόκληρη ζωή! –Και άντεξε η πίστη του; –Ναι! Διατήρησε την πίστη του μέχρι το τέλος. –Και επιβραβεύτηκε; –Όχι ακόμη, επειδή ο Θεός πρόβλεψε να τους επιβραβεύσει όλους μαζί με εμάς (Εβρ. 11/ια/40).

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το έργο του Θεού δεν έγινε για την πίστη αλλά για τη δικαιοσύνη. Ο Θεός δεν αποβλέπει στο να δημιουργηθεί ένα ρεύμα πιστών μιας ακόμη θρησκείας. Δεν ενδιαφέρεται απλώς για καλούς πιστούς ακόλουθους και αφοσιωμένους δούλους. Γι’ αυτό ακριβώς και ο σημαντικότερος τίτλος του Αβραάμ δεν είναι το «πατέρας των πιστευόντων» αλλά το «φίλος του Θεού» (Ρωμ. 4/δ/11, Ιακ. 2/β/23).

Παρόμοια με τον Αβραάμ έζησε πλήθος ανθρώπων πίστης, ανδρών και γυναικών, κριτών, βασιλέων, προφητών, μα και απλών ανθρώπων, πολλοί από τους οποίους μνημονεύονται στο κεφάλαιο 11/ια~ της Επιστολής προς Εβραίους. Παραδείγματα χρήσιμα που για μας καταγράφτηκαν στη Βίβλο (Α~ Κορ. 10/ι/11), επειδή όμως ο χώρος είναι περιορισμένος, θα στρέψουμε την προσοχή μας στο ιδιαίτερο παράδειγμα του λαού Ισραήλ, που τόσο μοιάζει με την περίπτωση των σημερινών Χριστιανών, και θα εξετάσουμε δύο σημεία από την ιστορία του^ το πρώτο είναι από τη στιγμή που βγήκαν από την Αίγυπτο και το δεύτερο –σε δύο φάσεις– αρχικά όταν πλησίασαν στη Γη της Επαγγελίας και τέλος όταν έφτασαν οριστικά σ' αυτήν.

Στην αρχή της Εξόδου διαβάζουμε μεταξύ άλλων, πως όταν ο Μωυσής έκανε στην Αίγυπτο τα σημεία του Θεού, «επίστευσεν ο λαός» (Έξοδ. 4/δ/30-31). Επίσης όταν διέσχισαν την Ερυθρά Θάλασσα και ακολούθησε ο καταποντισμός του αιγυπτιακού στρατεύματος, «εφοβήθη ο λαός τον Κύριον, και επίστευσεν εις τον Κύριον» (Έξοδ. 14/ιδ/30-31). Δίκαια συνεπώς θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος: –Πόσο ωραία αρχή, γεμάτη πίστη! Αλλά...

Ανασκοπώντας την πορεία του λαού ο Ψαλμωδός, αρχικά γράφει: «Τα ύδατα κατεκάλυψαν τους εχθρούς αυτών· δεν απελείφθη ουδέ εις εξ αυτών. Τότε επίστευσαν εις τους λόγους αυτού»^ ύστερα όμως από λίγα εδάφια συνεχίζει εντελώς διαφορετικά: «Κατεφρόνησαν έτι την γην την επιθυμητήν· δεν επίστευσαν εις τον λόγον αυτού» (Ψαλμ. 106/ρς/11-12,24). –Τι συμβαίνει εδώ; Πίστεψαν ή δεν πίστεψαν; –Και τα δύο. –Σώθηκαν ή δεν σώθηκαν; –Πάλι και τα δύο.

–Πότε τους έσωσε ο Θεός; –Όταν τους έβγαλε από την Αίγυπτο με θαυμαστό τρόπο και απέδειξε πως τίποτε δε θα μπορούσε να Τον εμποδίσει στο να τους χαρίσει τη γη που τους υποσχέθηκε. Ο Θεός, λοιπόν, τους έσωσε ευθύς εξ αρχής. –Αλλά εκείνοι πότε σώθηκαν; –Από τη δουλεία της Αιγύπτου σώθηκαν την ίδια μέρα, όμως από το παρελθόν τους και τον εαυτό τους δεν σώθηκαν ποτέ. Ο Θεός τούς έσωσε αλλά αυτοί δεν σώθηκαν. –Γιατί; Μήπως επειδή δεν πίστεψαν ότι σώθηκαν; –Μα ήδη διαβάσαμε ότι πίστεψαν!

Μελετώντας βαθύτερα θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι είχαν μεν ΠΙΣΤΗ αλλά τους έλειπε αυτό που σήμερα εξειδικεύουμε με τον όρο ΠΙΣΤΟΤΗΤΑ.

Κανείς από αυτούς δε μπορούσε να αρνηθεί τα θαύματα που έζησε. Πίστεψαν και χάρηκαν και απόλαυσαν την ελευθερία τους! Ούτε κανείς τους σκέφτηκε να γυρίσει πίσω το αρχικό διάστημα που δεν υπήρχαν προβλήματα. Όταν όμως ήρθαν οι δοκιμασίες, αυτοί δεν έμειναν πιστοί, δεν διατήρησαν την πίστη τους. Και επειδή κανείς δεν μπορεί να ευαρεστήσει τον Θεό χωρίς πίστη, δυσαρέστησαν τον Θεό και γι’ αυτό δεν έλαβαν την υπόσχεση.

–Αθέτησε ο Θεός την υπόσχεσή Του; –Όχι βέβαια! Ο Θεός όμως τους είχε προειδοποιήσει ότι, αν δεν μείνουν πιστοί, θα χαθούν στην έρημο, όπως και έγινε. Ο Θεός τούς έσωσε όχι επειδή τους το χρωστούσε αλλά επειδή ήθελε να τους κάνει λαό Του. Εκείνοι, όμως, με την έλλειψη πιστότητας που έδειξαν, φανέρωσαν ότι κατά βάθος δεν ήθελαν να γίνουν λαός Του και γι' αυτό η σχέση τους τελείωσε εκεί (Ιησ. 5/ε/6).

 

Κάποιοι Ισραηλίτες ίσως έλεγαν μέσα τους και αναμεταξύ τους: «Εμείς να κυριέψουμε τη Χαναάν; Αυτά είναι μακρινά μεγαλεία! Εγώ πίστεψα στον Θεό και ακολούθησα τον Μωυσή προκειμένου να γλιτώσω από την Αίγυπτο. Τα υπόλοιπα είναι πολυτέλειες. Αν γίνουν... κι αν δεν γίνουν. Ας τη βγάλουμε τώρα καθαρή στην έρημο^ όσο για τις επαγγελίες, εάν τις δούμε και εάν θα έρθουν ποτέ...»

Αλλά δεν έρχονται τα πράγματα έτσι "αυτόματα"! Αν δεν πάρεις τα πόδια σου για να κατακτήσεις τις υποσχέσεις του Θεού, αν δεν αποφασίσεις να περάσεις τον Ιορδάνη, να κυκλώσεις την Ιεριχώ και να κυριεύσεις τη Χαναάν, θα σε φάει η έρημος!

Όσο είναι διαβεβαίωση ότι θα νικήσει όποιος μείνει πιστός μέχρι τέλος, άλλο τόσο είναι διαβεβαίωση πως όποιος δεν μείνει πιστός θα πεθάνει!

 

Όμως υπήρξαν εξαιρέσεις.

Στο τέλος της περιπλάνησής τους στην έρημο, ύστερα από 40 ολόκληρα χρόνια, έχουμε τη δεύτερη φάση που θα εξετάσουμε εδώ. Βλέπουμε ότι όλοι οι ενήλικες άνδρες αν και πίστεψαν αρχικά, στη συνέχεια έχασαν την πίστη τους και για τούτο πέθαναν στην έρημο (Αριθ. 14/ιδ/29, Εβρ. 3/γ/17-19). Αντίθετα κάποιοι, κι αυτοί ήταν μόνο δύο, ο Ιησούς του Ναυή και ο Χάλεβ του Ιεφοννή, μπήκαν τελικά στη Γη της Επαγγελίας επειδή προφανώς διατήρησαν την πίστη τους (Αριθ. 26/κς/65).

Κάποιος θα μπορούσε να ρωτήσει: –Πώς τα κατάφεραν αυτοί; Αλλά η προσέγγιση είναι λάθος, επειδή δεν έχουμε εδώ δυο κατηγορίες αθλητών, που και οι δυο προσπάθησαν, έτρεξαν, σφίχτηκαν, όμως τελικά η μια δεν τα κατάφερε παρά λίγο, ενώ η άλλη τα κατάφερε λίγο καλύτερα, τόσο που χρειαζόταν για να τερματίσει. Στην περίπτωση των Ισραηλιτών, η πρώτη κατηγορία έλεγε: –Αδύνατον να τα καταφέρουμε! Η δεύτερη κατηγορία όμως, –παρά τη γενική κατάθλιψη και τον κίνδυνο να λιθοβοληθεί– λειτούργησε σαν να ήξερε από την αρχή το τέλος και είπε: –Ο Κύριος είναι μαζί μας, δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα, μας υποσχέθηκε αυτή τη γη κι εμείς τη θέλουμε. Εμπρός, λοιπόν, και την πήραμε!

Είχαν άραγε αυτοί οι δύο άνδρες μεγάλη πίστη; Μήπως είπαν: –Τα πράγματα είναι δύσκολα αλλά ας μη χάνουμε την πίστη μας και έχει ο Θεός; –Όχι! Σε σχέση με άλλους ήρωες των Γραφών, ακόμα και σε σχέση με μας, δεν ήταν η πίστη τους που είχε κάτι το ιδιαίτερο. Η μεγάλη διαφορά ήταν ότι αυτοί εδώ διατήρησαν την πίστη τους.

Και πού οφειλόταν η διατήρηση της πίστης τους; Ο Κύριος εξήγησε στον Μωυσή: «Τον δούλον μου Χάλεβ, επειδή έχει εν εαυτώ άλλο πνεύμα και με ηκολούθησεν εντελώς, τούτον θέλω φέρει εις την γην» (Αριθ. 14/ιδ/24). Ο Χάλεβ, λοιπόν, ακολούθησε μέχρι τέλους επειδή είχε διαφορετικό πνεύμα. Και τι είδους πνεύμα ήταν αυτό; Εφόσον η Πεντηκοστή δεν είχε έρθει ακόμη και ο Χάλεβ δεν ήταν προφήτης, το διαφορετικό πνεύμα που αναφέρεται εδώ, δεν ήταν κάτι υπερφυσικό, που αυτός είχε λάβει κατ’ εξαίρεση, αλλά ήταν το δικό του πνεύμα, το ανθρώπινο, αυτό που διακρίνει κάθε άνθρωπο και τον κάνει ξεχωριστή προσωπικότητα.

Στο πνεύμα του ο Χάλεβ –δηλαδή στο σκεπτικό και τη νοοτροπία του– επέλεξε τον Κύριο και αντίθετα από τη γενεά του, η οποία «δεν εφύλαξεν ευθείαν την καρδίαν αυτής, και δεν εστάθη πιστόν μετά του Θεού το πνεύμα αυτής» και «δεν επίστευσαν εις τα θαυμάσια αυτού», εκείνος την επιλογή του την κράτησε μέχρι το τέλος (Ψαλμός 78/οη/8,32). Το να κατακτήσουν τη Γη της Επαγγελίας ήταν μια σειρά από θαύματα ή ένα μεγάλο συνολικό θαύμα. Όλοι ήξεραν ότι μόνο με θαύμα θα κατακτούσαν τη Χαναάν αλλά μόνο δύο άνθρωποι πίστεψαν ότι αυτό το θαύμα θα γινόταν οπωσδήποτε και εξακολουθούσαν να το πιστεύουν μέχρι το τέλος. Η πίστη για την οποία γίνεται λόγος εδώ, δεν είναι η πίστη ΜΕΤΑ αλλά η πίστη ΠΡΙΝ γίνει το θαύμα!

Εσύ τι πνεύμα έχεις; Θεωρείς ότι το να μορφωθεί ο Χριστός μέσα σου είναι ακατόρθωτο; Κι εγώ έτσι νομίζω – τόσο για μένα όσο και για σένα. Όμως συμφωνούμε ότι αυτό είναι που θέλει να κάνει ο Θεός; Έτσι γράφει στο λόγο Του! Γι’ αυτό πέθανε ο Χριστός, για να μας φέρει στη δόξα ως αδελφούς Του, όμοιους με Αυτόν! Τότε το θέμα είναι, κατά πόσο πιστεύουμε ότι ο Θεός θα το κάνει αυτό οπωσδήποτε!

Αν κάποιος ρωτήσει, –Δεν είναι λογικό να θέλω να δω νίκες για να πιστέψω; Θα του απαντήσω: –Όχι! Η σωστή σειρά είναι να πιστέψεις για να δεις νίκες! Σε αντίθετη περίπτωση μπορεί να δεις και κάποιες νίκες, όμως το βέβαιο είναι πως ούτε τότε θα πιστέψεις ουσιαστικά. Με άλλα λόγια, ίσως πιστέψεις προς στιγμή ότι ο Θεός είναι μαζί σου, όμως στην επόμενη μάχη θα χάσεις. Κι αυτό επειδή εκείνες οι πρώτες νίκες που είδες, προφανώς δεν ήταν από τη δική σου πίστη αλλά από τις περιστάσεις. Βλέπετε σ’ αυτό τον κόσμο δεν είμαστε μόνοι, ούτε είμαστε το κέντρο του κόσμου, όμως γύρω από τον καθένα μας εξελίσσονται και άλλες μάχες, πολλών και διαφορετικών ανθρώπων, που μοιραία επηρεάζουν και τη δική μας τη ζωή.

Έτσι, όταν οι περιστάσεις αλλάξουν αναπόφευκτα και αποδειχτεί ότι αυτή η βασισμένη σε νίκες πίστη σου δεν έχει τη ζωτικότητα που θα φέρει το δικό της καρπό, ότι η γη της καρδιάς σου έχει πέτρες και αγκάθια, τότε θα αλλάξει και το αποτέλεσμα της μάχης. Και μόλις χαθεί η επόμενη μάχη, θα χάσεις και την όποια πίστη σου, επειδή πιθανότατα θα πεις: –Αφού έχασα, άρα δεν είμαι γνήσιο παιδί του Θεού και ο Θεός δεν είναι μαζί μου ...αν υπάρχει κιόλας. Όλα ήταν ίσως μια ψευδαίσθηση, οπότε και δεν έχει νόημα να αγωνιστώ άλλο.

Αν έτσι όμως συνεχίσεις να αγωνίζεσαι, θα πηγαίνεις από τη μια ήττα στην άλλη. Αν πηγαίνεις στη μάχη με μόνο εφόδιο την ανάμνηση κάποιας προηγούμενης νίκης, χωρίς την πίστη και προσδοκία για νέες νίκες, δηλαδή χωρίς την απαραίτητη προστασία της πίστης, δεν μπορείς να νικήσεις – δεν μπορείς να έχεις απαίτηση να νικήσεις.

Πώς, λοιπόν, θα παραμείνουμε πιστοί; Πώς θα διατηρήσουμε την πίστη; Πολλά εξαρτώνται από την πίστη, όμως και η πίστη με τη σειρά της εξαρτάται από συγκεκριμένο τρόπο σκέψης. Πίστη που βασίζεται σε θαύματα είναι πίστη με ημερομηνία λήξης – όσο άντεξε η πίστη των Εβραίων, όσο άντεξε η πίστη των Μαθητών που είδαν τα θαύματα του Χριστού. Δεν αντέχει πολύ και σβήνει γρήγορα! Ίσως είναι αυτός ακριβώς ο λόγος που τα θαύματα αραίωσαν –ιδιαίτερα αυτά που βλέπονται με τα μάτια και ακούγονται με τα αυτιά–, ώστε να περιοριστεί αυτό το πρόβλημα.

Χωρίς αντίρρηση θαύματα μπορούν να γίνονται με τη δύναμη του Θεού, ενώ όμως αυτά κάποτε λειτουργούν για να γεννηθεί η αρχική πίστη, άλλος είναι ο μηχανισμός που διατηρεί την πίστη στη συνέχεια. Γι’ αυτό κι εμείς σήμερα –όσοι πιστεύουμε– πρέπει να αρκούμαστε στη γνώση αυτών που ήδη έγιναν, όπως τα διαβάζουμε από το λόγο του Θεού, χωρίς να έχουμε ανάγκη από επιπλέον θαύματα για να τονώσουν δήθεν την πίστη μας.

Ο πολεμιστής δεν πάει στη μάχη με ηττοπάθεια αλλά με πνεύμα νίκης και είναι τούτο το πνεύμα που πρέπει να καλλιεργηθεί σε όλους μας.

Και επειδή η πίστη –όσο πολύτιμη κι αν είναι– από μόνη της δεν είναι σώζουσα, καλό είναι να εξετάζουμε και να αναθεωρούμε συνεχώς την κατάστασή μας, όπως προτρέπει ο Παύλος: «Εαυτούς εξετάζετε αν ήσθε εν τη πίστει, εαυτούς δοκιμάζετε», χωρίς να ξεχνάμε παράλληλα πως «Η πίστις χωρίς των έργων είναι νεκρά» (Β~ Κορ. 13/ιγ/5, Ιακ. 2/β/26).

Αλλά χρειάζεται να πούμε πολλά ακόμη για τούτο θα επανέλθουμε.

Από Συνεργάτη

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ