«Δίδαξον ημάς» (Ψαλμ. 90/12)
Αρχή ή τέλος;
Κάθε Ιανουάριο ζούμε λες και κάτι καινούργιο αρχίζει στη ζωή μας. Όμως αυτό δεν είναι αληθινό. Ο χρόνος είναι ένας αέναος κύκλος–πολλές φορές βέβαια καταντάει φαύλος κύκλος αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης. Ο χρόνος δεν έχει αρχή και τέλος^ δεν μπορείς να πεις πότε αρχίζει και πότε τελειώνει.Από την αρχή της Δημιουργίας ο Θεός πρόβλεψε να υπάρχει η εναλλαγή ημέρας και νύχτας, και δίδαξε τους ανθρώπους να παρατηρούν τις κινήσεις του ήλιου. Ο Μωυσής έγραψε: «Και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωί ημέρα μία» (Γεν. 1/α/5 Ο~).
Είναι ενδιαφέρον να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι ο ιερός συγγραφέας δεν λέει «ημέρα πρώτη», για να ορίσει την τάξη, αλλά «ημέρα μία», για να ορίσει τη μονάδα με βάση την οποία έκτοτε θα μπορούσε να γίνει η μέτρηση, αντίθετα από ό,τι κάνουν οι νεότερες μεταφράσεις. Ύστερα ακολούθησαν η δεύτερη ημέρα, η τρίτη κ.ο.κ. [Τη μορφή αυτή του λόγου που υπάρχει στο εβραϊκό κείμενο –όπου χρησιμοποιείται η λέξη «εχάδ» (=μία) και όχι η λέξη «ρισόν» (=πρώτη)– ακολουθούν οι αρχαίες μεταφράσεις των Ο~ και Βουλγάτα (dies unus και όχι dies primus)].
Για την εξυπηρέτησή τους οι άνθρωποι από αρχαιοτάτων χρόνων θέσπισαν κάποια συστήματα μέτρησης του χρόνου, που όμως είναι εντελώς συμβατικά και δεν επηρεάζουν την κυρίως έννοια του χρόνου. Άλλοι μέτρησαν με τους κύκλους της Σελήνης, που ήταν και η πιο εύκολη και συχνή παρατήρηση που έκαναν με βάση τις φάσεις της κάθε 28 ημέρες^ άλλοι ακολούθησαν τον κύκλο του ήλιου^ άλλοι τον κύκλο ζωής των φυτών (σπορά-θερισμός) ή τις κλιματικές αλλαγές των τεσσάρων εποχών^ άλλοι τέλος τον κύκλο της ζωής του ίδιου του ανθρώπου ή κάποιων ξεχωριστών προσωπικοτήτων, όπως βασιλέων (Γέν. 8/η/22, Α~ Βασ. 6/ς/1, 14/ιδ/25).
Η βασική υποδιαίρεση του χρόνου είναι το ημερονύκτιο και ύστερα οι 24 ώρες του. Γι’ αυτής της υποδιαίρεσης το μέτρημα κατασκευάστηκαν τα διάφορα ωρολόγια που εκμεταλλεύονταν είτε την πορεία του ήλιου και τη σκιά (ηλιακά), είτε τη ροή του νερού ή της άμμου μέσα σε ειδικά δοχεία (κλεψύδρες), είτε την κίνηση που προερχόταν από μεταλλικά ελατήρια (κουρδιστά), είτε την ιδιοσυχνότητα των κρυστάλλων όπως του χαλαζία (quartz) κ.ά. Το ακριβέστερο ρολόι λειτουργεί με ατομική ενέργεια. Ποιος ξέρει τι άλλο θα κατασκευαστεί αύριο!
Το γεγονός ότι ο χρόνος δεν έχει "αρχή και τέλος", αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι διάφοροι λαοί έχουν δικές τους "πρωτοχρονιές" με διαφορετικό σημείο εκκίνησης και τέλους του έτους τους. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι γιόρταζαν την πρωτοχρονιά τους κάθε καλοκαίρι, τότε που ο Νείλος ξεχείλιζε καθιστώντας γόνιμη τη γη^ στην Αθήνα με τη νέα Σελήνη ύστερα από το θερινό ηλιοστάσιο του Ιουνίου^ οι Κινέζοι γιορτάζουν περίπου το Φεβρουάριο^ στην Αιθιοπία τον Σεπτέμβριο^ στην Περσία με την εαρινή ισημερία κ.ο.κ. (Βλέπε ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΑ).
Η αλήθεια είναι πως για τον καθένα μας ο χρόνος έχει μία μόνο αρχή–εκείνη της γέννησής του, και ένα τέλος–εκείνο του θανάτου του. Αδιάφορο σε ποιο σημείο του χρόνου γεννηθήκαμε –και πέρα από τις ανοησίες των "αστρολόγων" και των "ωροσκόπων"–, ζούμε και συνυπάρχουμε με δισεκατομμύρια συνανθρώπων που ο καθένας έχει δική του αρχή και τέλος. Επειδή όμως είμαστε όντα κοινωνικά, είτε μας αρέσει είτε όχι, και επειδή «βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόκευτος», όπως έλεγαν οι αρχαίοι, δηλαδή χωρίς ενδιάμεσα πανδοχεία, σταθμούς και διαλείμματα, τείνουμε να δημιουργούμε ομαδικούς εορτασμούς που αφορούν συλλογικά την οικογένεια ή την κοινωνία: πρωτοχρονιές, νεομηνίες, θρησκευτικές εορτές κ.ά.
Καθώς, λοιπόν, εναλλάσσονται τα έτη και εμείς διασχίζουμε τον χρόνο σε σχέση με αυτά, είναι επόμενο ο σκεπτόμενος άνθρωπος να μπει σε διάφορους συλλογισμούς, αναφορικά με όσα πέρασε και όσα περιμένει να έρθουν στο μέλλον. Για το λόγο αυτό στην αρχή κάθε νέου έτους είναι πολλοί εκείνοι που δίνουν υποσχέσεις, αναλαμβάνουν δεσμεύσεις και προσπαθούν να κάνουν "μια νέα αρχή". Κάποιοι αποφασίζουν να κόψουν το κάπνισμα, άλλοι υπόσχονται ότι θα τελειώσουν μια εργασία που είχαν αναβάλλει, κάποιοι σχεδιάζουν να παντρευτούν...
Τείνουμε να βλέπουμε προς το μέλλον, προσπαθώντας ίσως να εξορκίσουμε το κακό παρελθόν. Αλλά το πού και πώς θα πάμε εξαρτάται από το πού και πώς ήρθαμε ως εδώ που έχουμε φτάσει, διότι, παρ’ όλο που δεν μας αρέσει, κουβαλάμε μαζί μας την μέχρι σήμερα πορεία μας και τις συνέπειες των αποφάσεων και πράξεών μας.
Πολλοί για παράδειγμα έχουν μετανιώσει για το γάμο που έκαναν και θα ήθελαν να σβήσουν από τη ζωή τους όσα επακολούθησαν. Όμως δεν είναι δυνατό να σβήσεις γεγονότα, αναμνήσεις, παιδιά, λόγια που λέχθηκαν, κακά συναισθήματα που καλλιεργήθηκαν και εκδηλώθηκαν...
Άλλοι θέλουν να ξεχάσουν λανθασμένες επιλογές και συμπεριφορές τους. Να γυρίζουν πίσω την ταινία της ζωής και να αρχίσουν όλα "από το μηδέν", όμως η ζωή μας δεν είναι μια μαγνητοταινία που μπορείς να την σβήσεις ή ένας σκληρός δίσκος που μπορείς να τον "φορμάρεις" εκ νέου.
Για το λόγο αυτό δεν είναι χρήσιμο να παρασυρόμαστε από τις ωραίες –πλην ανούσιες και ανώφελες– "ευχές" της πρωτοχρονιάς, αλλά μάλλον πρέπει να δούμε πρακτικά και με ειλικρίνεια: ποια ήταν τα λάθη μας και πώς μπορούμε να τα αποφύγουμε στο μέλλον^ ποια ήταν τα θετικά μας και πώς μπορούμε να τα βελτιώσουμε και να τα πολλαπλασιάσουμε. Τότε το παρελθόν θα αποτελέσει καλό έδαφος για νέα ξεκινήματα.
Το παράδειγμα του Παύλου
Αν θελήσουμε να χρησιμοποιήσουμε ως παράδειγμα τον απόστολο Παύλο, βλέπουμε πώς ήθελε «τα οπίσω λησμονών» να επεκτείνεται «εις τα έμπροσθεν» (Φιλιπ. 3/γ/13).
Αλλά πώς να γίνει αυτό; Μπορούσε να ξεχάσει εντελώς το παρελθόν; Όχι! Στην πραγματικότητα ποτέ δεν ξέχασε ότι «κατεδίωξε την εκκλησίαν του Θεού» και για τούτο δεν ήταν από αξία του το να ονομάζεται απόστολος (Α~ Κορ. 15/ιε/9). Δεν ξεχνούσε ότι πολλούς αγίους έκλεισε σε φυλακές και «ότε εφονεύοντο έδωκε ψήφον κατ’ αυτών. Και εν πάσαις ταις συναγωγαίς πολλάκις τιμωρών αυτούς ηνάγκαζε να βλασφημώσι, και καθ’ υπερβολήν μαινόμενος εναντίον αυτών κατεδίωκεν» (Πράξ. 26/κς/10-11).
Βέβαια τώρα αγαπούσε τον Χριστό και τους συγχριστιανούς του, ποθούσε να ζήσει για τον Κύριο και να συναντηθεί μαζί Του την έσχατη ημέρα, ήθελε να γίνεται σπονδή «επί της θυσίας και λειτουργίας της πίστεως» (Φιλιπ. 2/β/17), αλλά οι αναμνήσεις του παρελθόντος εξακολουθούσαν να υπάρχουν πάντα μέσα του και γιατρεύονταν μόνο όταν θυμόταν την χάρη και το έλεος του Θεού που τον επισκέφθηκε και τον χαρίτωσε (Β~ Κορ. 2/β/14).
Οπωσδήποτε, η σκέψη του Παύλου δεν είχε μείνει σ’ εκείνες τις σκοτεινές αναμνήσεις, επειδή έφερνε μπροστά του τα ευλογημένα γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει και άλλαξαν εντελώς το παρόν του και χάραξαν λαμπρό το μέλλον του: είχε συναντήσει τον Κύριο, είχε πιστέψει και είχε βαπτιστεί στο θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, τώρα πια ανήκε στο σώμα της Εκκλησίας, είχε δαπανήσει και σκόπευε να δαπανηθεί ακόμη περισσότερο από την αγάπη του για τους αδελφούς (Β~ Κορ. 12/ιβ/15). Τώρα ανήκε στο νέο λαό «τον οποίον απέκτησεν ο Θεός, διά να εξαγγείλη τας αρετάς εκείνου», αυτούς που «εκάλεσεν εκ του σκότους εις το θαυμαστόν αυτού φως· οι ποτέ μη όντες λαός, τώρα δε λαός του Θεού, οι ποτέ μη ηλεημένοι, τώρα δε ελεηθέντες» (Α~ Πέτρ. 2/β/9).
Με βάση και αφετηρία αυτά τα θαυμαστά γεγονότα, ο Παύλος έκανε κάθε φορά τα σχέδιά του για το μέλλον, ταξίδεψε σε τόσες πολλές περιοχές κηρύττοντας το Ευαγγέλιο, και ήθελε να πάει σε καινούργιους τόπους και ιεραποστολικούς αγρούς. Είχε οραματισμούς και έβλεπε καρπούς έτοιμους για θερισμό σε κάθε τόπο που ακόμη δεν είχε αξιωθεί να φτάσει, ώστε έγραφε στους Ρωμαίους πιστούς, «θέλω περάσει δι’ υμών εις την Ισπανία» (Ρωμ. 15/ιε/28).
Τι κάνουμε εμείς;
Κάποιοι όμως ανάμεσα στους ονομαζόμενους Χριστιανούς, αποφεύγουν να ειρηνεύσουν με το παρελθόν τους και φθείρονται μέσα σε ένα ανούσιο παρόν χωρίς κανένα ορίζοντα για το μέλλον. Κρατούν ατακτοποίητα υπόλοιπα του χθες, ρίζες πικρίας με συνανθρώπους εκτός και εντός της Εκκλησίας, χρέη ηθικής και άλλης φύσεως, ζητήματα που πλήγωσαν και μνήμες από ατοπήματα που πράχθηκαν «εν λόγω ή εν έργω», όχι όμως εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού (Κολ. 3/γ/17).
Στο γύρισμα αυτού του χρόνου ας σταθούμε με ειλικρίνεια κι ας θυμηθούμε ακόμη μια φορά όσα έγιναν μέχρι τώρα, ας θελήσουμε –ας επιδιώξουμε– να πούμε την αλήθεια και με τον εαυτό μας και με τους διπλανούς μας. Και αφού τακτοποιήσουμε χρέη και εκκρεμότητες, ας κάνουμε βήματα που θα μας φέρουν πιο κοντά στο ορθό, πιο κοντά στο θέλημα του Θεού, πιο κοντά στους συνανθρώπους μας.
Δεν είμαστε μόνιμοι σ' αυτό τον κόσμο και είναι τούτος ένας ακόμη λόγος για να αναλογιστούμε την πορεία μας. Ο σοφός Εκκλησιαστής έγραψε: «Ας ακούσωμεν το τέλος της όλης υποθέσεως· φοβού τον Θεόν και φύλαττε τας εντολάς αυτού, επειδή τούτο είναι το παν του ανθρώπου. Διότι ο Θεός θέλει φέρει εις κρίσιν παν έργον και παν κρυπτόν, είτε αγαθόν είτε πονηρόν» (Εκκλ. 12/ιβ/13).
Πόσο καλό θα ήταν για όλους, να τα βρούμε με το παρελθόν, ώστε να προχωρήσουμε στο μέλλον ελεύθεροι. Γένοιτο! |
Χρόνος ή Έτος;
Σήμερα πολλοί χρησιμοποιούν τις λέξεις χρόνος και έτος σαν να είναι συνώνυμες, όμως αυτό είναι λάθος. Ο χρόνος αναφέρεται στην έννοια του διαστήματος από την αρχή ως το τέλος του κόσμου, από τη Δημιουργία μέχρι τη Συντέλεια. Αντίθετα το έτος είναι μόνο ένα τμήμα αυτού του μεγάλου διαστήματος, μεταξύ δύο ξεχωριστών σημείων, που κάθε φορά οι άνθρωποι ορίζουν για εξυπηρέτηση των χρηστικών τους αναγκών.Συνεπώς δεν πρέπει να λέμε «Είμαι 45 χρόνων» [ούτε βέβαια ‘χρονών’], αλλά: «Είμαι 45 ετών», που είναι και το σωστό. |