Πίνακας περιεχομένων παρόντος τεύχους

"Διά πολλών μαρτύρων "

Ειδωλολατρίας το ανάγνωσμα

(συνέχεια)

 

Είναι αξιοπερίεργο πώς κάποιοι που θέλουν να έχουν γνώμη, δεν είναι πρόθυμοι να την διατυπώσουν γραπτώς, ώστε αυτή να μπορεί να δημοσιευθεί –με ή χωρίς το όνομά τους– χωρίς τον κίνδυνο ν’ αλλάξει κάτι από εκείνα που ισχυρίζονται. Το φαινόμενο αυτό το αντιμετωπίσαμε πρόσφατα δύο φορές.

 

ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΜΟΣΧΑΡΙ

Στην πρώτη περίπτωση ο Πεντηκοστιανός ιεροκήρυκας κ. Γ.Κ. σχολίασε τηλεφωνικά το εξώφυλλο του τεύχους 197, που έδειχνε τη σύγχρονη εικόνα "λατρείας" ορισμένων χριστιανικών κύκλων σε αντιπαράθεση με την λατρεία των "μοσχολατρευτών" Ισραηλιτών στην έρημο. Σε απάντηση, πέρα από όσα συζητήσαμε στο τηλέφωνο, παραθέτουμε τα κυριότερα αποσπάσματα από άρθρο του κ. Η. Ηλιάδη που κατά συγκυρία δημοσιεύθηκε μόλις πρόσφατα στο Πεντηκοστιανό περιοδικό «Πνευματικές Κορυφές» και τα οποία μάλλον επιβεβαιώνουν τις απόψεις και θέσεις μας.

 


(…) Όταν ο Μωυσής πήγε στο Φαραώ με αποστολή να εξάγει τους Ισραηλίτες από τη σκλαβιά της Αιγύπτου, η αίτησή του – που ήταν και εντολή του Θεού – ήταν μία και μοναδική: «εξαπόστειλε τον λαό μου, για να με λατρεύσει» (Έξοδ. 9/θ/1-10/ι/3).

(...) Φτάνοντας λοιπόν στο Σινά, ο Μωυσής μαζί με τον πιστό ακόλουθό του, Ιησού του Ναυή, ανεβαίνει πάνω στην κορφή του όρους όπου ο Θεός του έδωσε της πλάκες με τις δέκα εντολές, που όριζαν επακριβώς πια θα έπρεπε να είναι η στάση των Ισραηλιτών απέναντι στον Θεό τους και απέναντι στους συνανθρώπους τους.

(...) Μετά από σαράντα μέρες πάνω στην κορφή του όρους, ο Μωυσής ξεκινάει για να κατέβει στους πρόποδες όπου ο λαός είχε στρατοπεδεύσει, και να τους δώσει το νόμο του Θεού. Όμως, καθώς πλησίαζαν ο Ιησούς του Ναυή λέει στο Μωυσή: «Θόρυβος πολέμου είναι μέσα στο στρατόπεδο. Κι εκείνος (ο Μωυσής) είπε: Δεν είναι φωνή ανθρώπων που αλαλάζουν για νίκη ούτε φωνή ανθρώπων που βοούν για ήττα· φωνή ανθρώπων που τραγουδούν ακούω εγώ» (Έξοδ. 32/λβ/17-18).

Τι είχε συμβεί; Κατά τη διάρκεια των σαράντα ημερών που ο Μωυσής ήταν πάνω στο βουνό, ο λαός είπε στον Ααρών τον αδελφό του Μωυσή: «Σήκω, κάνε σε μας θεούς, που να προπορεύονται σε μας· επειδή, αυτός ο Μωυσής, ο άνθρωπος που μας έβγαλε από την Αίγυπτο, δεν ξέρουμε τι απέγινε αυτός» (Έξοδ. 32/λβ/1).

Έτσι, με την προτροπή του Ααρών, έβγαλαν τα χρυσά σκουλαρίκια που ήταν στ' αυτιά των γυναικών τους και των παιδιών τους (...) και μ' αυτά ο Ααρών τους έφτιαξε ένα χρυσό μοσχάρι, το έστησαν σ' ένα βωμό και είπαν:
«Αυτοί είναι οι θεοί σου, Ισραήλ, που σε ανέβασαν από τη γη τής Αιγύπτου. Και όταν ο Ααρών το είδε, οικοδόμησε ένα θυσιαστήριο μπροστά του· και ο Ααρών διακήρυξε, λέγοντας: Αύριο είναι γιορτή στον Κύριο. Και αφού σηκώθηκαν ενωρίς την επόμενη ημέρα πρόσφεραν ολοκαυτώματα, και έφεραν ειρηνικές προσφορές· και ο λαός κάθισε να φάει και να πιει, και σηκώθηκαν να παίζουν» (Έξοδ. 32/λβ/4-6).

Κι έτσι, ο Μωυσής, κατεβαίνοντας απ' το βουνό, άκουσε τα τραγούδια που στο μη εξασκημένο αυτί του Ιησού του Ναυή φάνηκαν σαν πολεμικές ιαχές.

Τι παράδοξο! Τα "λατρευτικά τραγούδια" των ευφραινόμενων Ισραηλιτών ακούγονταν σ' αυτόν που δεν ήξερε τι συνέβαινε (γιατί τον Μωυσή τον είχε ήδη προειδοποιήσει ο Θεός – δες Έξοδ. 32/λβ/7) σαν πολεμικές ιαχές! Παράξενα τραγούδια θα ήταν.

Όμως, ας αναλύσουμε το περιστατικό πριν βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα.

Κατ' αρχήν, ο λαός δεν είχε σκοπό του την ειδωλολατρία. Όσο κι αν αυτό ακούγεται παράξενο εκ πρώτης όψεως, είναι όμως πραγματικότητα.

Απλά έκαναν αυτό που μέχρι τότε γνώριζαν και νόμισαν καλύτερο. Είχαν ζήσει επί γενεές γενεών – για τετρακόσια χρόνια – σ' ένα ειδωλολατρικό περιβάλλον, στην Αίγυπτο. Το να απεικονίζεται [το θείο] με κάποιο –συνήθως ζωόμορφο– άγαλμα ήταν συνηθισμένο. Αυτό γνώριζαν, αυτό έκαναν. Δεν είχαν λάβει τις δέκα εντολές ακόμη. Δεν είχαν πάρει οδηγίες από τον Θεό για το πώς έπρεπε να Τον λατρεύουν κι έτσι έκαναν αυτό που καταλάβαιναν. Και μαζί τους και ο Ααρών ο αδελφός του Μωυσή και μετέπειτα αρχιερέας του λαού.

Γι' αυτό έβγαλαν και τα χρυσά σκουλαρίκια (...) για να δείξουν ότι ήθελαν να τιμήσουν τον Θεό που τους απελευθέρωσε. Και του πρόσφεραν θυσίες και τιμές όπως είχαν μάθει να κάνουν στην Αίγυπτο και μετά έκαναν φαγοπότι που οδήγησε στην ασυδοσία και το όργιο όπως συνηθιζόταν να γίνεται όταν προσφέρονταν τιμές στα είδωλα (αυτό σημαίνει το «και σηκώθηκαν να παίζουν»). Ίσως τώρα –αφού απεικονίσαμε το όλο σκηνικό– μας είναι ευκολότερο να καταλάβουμε γιατί τα τραγούδια τους, μέσα στο μεθύσι του οργιώδους γλεντιού έμοιαζαν στ' αυτιά του Ιησού του Ναυή σαν κραυγές πολεμικές.

Ας πάμε ένα βήμα παραπέρα.

Η εύλογη ερώτηση είναι: "Αφού λοιπόν όλα όσα έκαναν τα έκαναν καλοπροαίρετα, αφού έκαναν ό,τι ήξεραν και όσα γνώριζαν, γιατί ο Θεός θύμωσε και θέλησε μάλιστα να τους εξολοθρεύσει για την αμαρτία τους;"

Νομίζω ότι όλα ξεκινούν από το σκεπτικό «Ας πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας αφού ο Θεός αργεί.»

Κάτι παρόμοιο έκανε σε μια άλλη περίπτωση και ο Σαούλ, ο πρώτος βασιλιάς του Ισραήλ. Αξίζει να το μελετήσουμε και να δούμε τις τρομερές ομοιότητες (Α~ Σαμ. 13/ιγ/8-14).

Ο Σαμουήλ είχε προστάξει τον Σαούλ να περιμένει. Ο Μωυσής παρόμοια είχε προστάξει τον λαό να περιμένει. Και στις δύο περιπτώσεις ο Θεός βράδυνε την απάντησή Του. Άργησε να εμφανιστεί και να δώσει οδηγίες. Και στις δύο περιπτώσεις οι προσταζόμενοι πήραν την κατάσταση στα χέρια τους και έκαναν –καλοπροαίρετα– αυτό που θεωρούσαν καλύτερο. Και στις δύο περιπτώσεις, ο Θεός τους έκρινε αμείλικτα για την προπέτειά τους.

«Ας κάνουμε εμείς θεούς να τους προσφέρουμε ευχαριστία γιατί ο Μωυσής αργεί»....

«Ας κάνω εγώ το ολοκαύτωμα γιατί ο λαός θα φύγει από φόβο και ο Σαμουήλ αργεί»...

Όμως σε θέματα ορθής λατρείας και προσκύνησης του Θεού δε φτάνει μόνο η αγαθή προαίρεση. Πρέπει να ακολουθηθούν οι οδηγίες που ο Θεός δίνει, αλλιώς τα όρια από τη λατρεία στην ειδωλολατρία είναι στενά και δυσδιάκριτα. Και εύκολα μπορούν τα τραγούδια μας να μην ξεχωρίζουν από πολεμικές ιαχές και οι γιορτές μας από κοσμικά γλέντια. Εύκολο είναι μετά να μπει κάποιος σε μια σύναξη όπου «λατρεύουν τον Θεό» και να νομίσει ότι «είναι μαινόμενοι» (Α~ Κορ. 14/ιδ/23).

Το πρόβλημα συνέβη στην εκκλησία της Κορίνθου. Είχαν "απελευθερωθεί" τόσο πολύ από τις διάφορες "συμβάσεις" και τα "ταμπού", που είχαν καταντήσει τη λατρεία να μην ξεχωρίζει από σύναξη φρενοκομείου και τη θεία ευχαριστία από γλεντοκόπι μέθυσων. [Γι' αυτό ο Παύλος έγραψε:]

«Όταν, λοιπόν, συνέρχεστε στον ίδιο χώρο, τούτο δεν είναι να φάτε Κυριακό δείπνο· επειδή, κάθε ένας παίρνει πριν από τον άλλον το δικό του δείπνο την ώρα τού φαγητού, και άλλος μεν πεινάει, άλλος δε μεθάει. Μήπως δεν έχετε σπίτια για να τρώτε και να πίνετε; Ή καταφρονείτε την εκκλησία τού Θεού και καταντροπιάζετε εκείνους που δεν έχουν; Τι να σας πω; Να σας επαινέσω σε τούτο; Δεν σας επαινώ» (Α~ Κορ. 11/ια/20-22).

Πόσο μοιάζει η παραπάνω περιγραφή με το «ο λαός κάθισε να φάει και να πιει, και σηκώθηκαν να παίζουν». Το αποτέλεσμα στην Κόρινθο γι' αυτό που έκαναν περιγράφεται από τον απόστολο Παύλο πιο κάτω στην ίδια επιστολή: «Επειδή, αυτός που τρώει και πίνει με ανάξιο τρόπο, τρώει και πίνει κατάκριση στον εαυτό του, μη διακρίνοντας το σώμα τού Κυρίου. Γι' αυτό, υπάρχουν ανάμεσά σας πολλοί ασθενείς και άρρωστοι, και πεθαίνουν αρκετοί» (Α~ Κορ. 11/ια/29-30). Επειδή οι Κορίνθιοι είχαν μετατρέψει τη λατρεία της Θείας Κοινωνίας σε γλέντι μεθυόντων, κρίση είχε πέσει στην κοινότητά τους. Κρίση από τον Θεό.

(...) Κλείνοντας, θέλω να προσθέσω κάτι ακόμη: πώς προσφέρουμε λατρεία; Πρέπει να είμαστε "σεμνοί και μαζεμένοι" σαν να πηγαίνουμε σε κηδεία, σαν να κάνουμε τη μεγαλύτερη αγγαρεία της ζωής μας; Ή πάλι, μήπως πρέπει να είμαστε τόσο "βεβιασμένα χαρούμενοι" που να μην ξεχωρίζει η λατρευτική μας σύναξη από ...ντισκοτέκ;

Νομίζω πως μεταξύ των άκρων πάντα υπάρχει ο μέσος δρόμος που είναι και ο ορθότερος. Αν ευχαριστώ τον Θεό με μια "μουράκλα" μέχρι το πάτωμα από την "ευλάβεια" τότε μάλλον κάποιο πρόβλημα έχω με την "ευχαριστία" μου. Μάλλον δεν είμαι καθόλου ευχαριστημένος και δεν ευχαριστώ και τον Θεό για τίποτε.

Αν από την άλλη είμαι τόσο "χαρούμενος" ώστε – σαν τους Κορινθίους – μοιάζω με ταύρο μαινόμενο μέσα σε υαλοπωλείο, τότε μου χρειάζονται εντατικά μαθήματα περί σεβασμού και ευλάβειας.

Όλα ξεκινούν από την καρδιά μου. Πρώτα πρέπει να είμαι στη σωστή στάση και σχέση με τον Θεό. Πρέπει αληθινά να Του είμαι ευγνώμων για τη συγχώρηση των αμαρτιών μου και για τη σωτηρία που μου προσφέρει.

Ύστερα πρέπει να είμαι ενήμερος για το μεγαλείο Του και για το σεβασμό που Του ανήκει από μέρους μου.

Τέλος, πρέπει να ακολουθήσω τις οδηγίες Του –που υπάρχουν μέσα στο λόγο Του και στη μαρτυρία της αρχαίας εκκλησίας– για το πώς θα προσφέρω τις "θυσίες" μου.

Και ακόμη πρέπει να θυμάμαι ότι ο Θεός με απελευθέρωσε, αλλά δεν Τον ενδιαφέρουν τα "σκουλαρίκια" μου και δε μπορώ με αυτά να Τον λατρεύσω. Τα υπόλοιπα θα έλθουν μόνα τους. «Γι' αυτό, παραλαμβάνοντας μια ασάλευτη βασιλεία, ας κρατάμε τη χάρη, διαμέσου τής οποίας να λατρεύουμε ευάρεστα τον Θεό, με σεβασμό και ευλάβεια» (Εβρ. 12/ιβ/28).

------------------------------------
«Πνευματικές Κορυφές», Καλοκαίρι 2007.
Η εικόνα είναι από τις Π.Κ.

 

 

Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ

Η δεύτερη περίπτωση αφορά τον επίσης Πεντηκοστιανό αναγνώστη μας κ. Η.Α., ο οποίος διαμαρτυρήθηκε έντονα –πάντα όμως μόνο προφορικά– για τη φράση που γράψαμε στο τελευταίο τεύχος του «Τ», ότι δηλαδή:

«Οι Πεντηκοστιανοί/Χαρισματικοί, π.χ., αν δεν πάρουν την απάντηση που θέλουν από τον Benny Hinn, θα στραφούν στον Kopeland κι αν ούτε αυτός τα καταφέρει, θα πάνε στον Joshua ή κάποιον άλλον από τους εκατοντάδες επαγγελματίες ιεροκήρυκες, θεραπευτές και θαυματοποιούς...».

Ο κ. Η.Α., λοιπόν, ισχυρίστηκε ότι αυτός και πολλοί άλλοι που γνωρίζει, δεν ανήκουν σ’ αυτούς που έτσι πράττουν, και συνεπώς θα έπρεπε ν’ ανακαλέσουμε την παραπάνω γενικόλογη φράση μας.

Δεν θα είχαμε καμία αντίρρηση να το κάνουμε για τον συνομιλητή μας και ίσως μερικούς ακόμη, δυστυχώς όμως η εν λόγω ΕΞΑΙΡΕΣΗ απλά και μόνο ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΕΙ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΑ και τούτο είναι που κυρίως μας απασχολεί. Η μόνη ίσως διαφορά είναι ότι οι περισσότεροι Έλληνες Πεντηκοστιανοί/Χαρισματικοί συνήθως περιορίζονται να "εξυπηρετηθούν" από αυτόχθονες χαρισματούχους "προφήτες" και "προφήτισσες" εκτός και όταν επελαύνουν οι "ανώτερης ποιότητας" ξενόφερτοι τοιούτοι.

Το γεγονός είναι πως ούτε όλοι οι Ορθόδοξοι πιστεύουν στην μαγγανεία της "πίτας του Αγίου Φανουρίου", ούτε όλοι οι Ρωμαιοκαθολικοί σπεύδουν στην Λούρδη –όπως ενδεικτικά γράψαμε για άλλα δόγματα– αυτό όμως δεν αναιρεί με κανένα τρόπο ότι η πλειοψηφία αυτά κάνει και «διατί να το κρύψωμεν άλλωστε;», όπως συνήθιζε να λέει παλαιός πολιτικός ανήρ...

Μήπως με την αποσιώπηση της αλήθειας βοηθιούνται οι πλανεμένοι ή παροδηγημένοι αδελφοί να επανέλθουν και να περπατήσουν στο σωστό δρόμο; Εμείς αυτό δεν το πιστεύουμε και έτσι προτιμούμε να λέμε ΤΑ ΣΥΚΑ ΣΥΚΑ ΚΑΙ ΤΗ ΣΚΑΦΗ ΣΚΑΦΗ. Αν υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις, δόξα στον Θεό. Αυτές όμως δεν αναιρούν την κακή πραγματικότητα που πρέπει και είναι ανάγκη να ομολογείται και να καυτηριάζεται με τον πιο έντονο τρόπο. |

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ