«Όλβιος (=μακάριος) ος ιστορίης έσχεν μάθησιν»
Ευριπίδης
Πτώση
του
Βυζαντίου...
– Υπεύθυνοι και ωφελημένοι
Πολλά και διάφορα μάς δίδαξαν στο σχολείο για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, για τους κακούς Τούρκους και τους χειρότερους Δυτικούς... Ποια όμως είναι η αλήθεια και ποιος ο ρόλος των ανθρώπων της εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης;
Η κρίση που άρχισε με την έναρξη της δεύτερης μ.Χ. χιλιετίας, κορυφώθηκε καταρχήν το 1204 με την κατάλυση του κράτους από τους Φράγκους και τη μεταφορά της εξουσίας σε περιφερειακά βασίλεια και πριγκιπάτα. Η επαναφορά της κεντρικής εξουσίας στην Κων/πολη μετά από σχεδόν εξήντα χρόνια (1261) δεν οδήγησε στην ανασυγκρότηση ενός ισχυρού κεντρικού κράτους, επειδή οι εσωτερικές κοινωνικές και οικονομικές αντιφάσεις και συγκρούσεις ήταν τεράστιες.
Επακολούθησαν ολέθριοι εμφύλιοι πόλεμοι (1321-1328) μεταξύ παππού και εγγονού Ανδρόνικου και μετά το έτος 1340, μεταξύ, αφενός του Μεγάλου Δομέστικου Καντακουζηνού, μετέπειτα αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ~, διεκδικητή του θρόνου και ηγέτη της παράταξης των “δυνατών”, και του ανήλικου αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου, και αφετέρου των υποστηρικτών του αντιβασιλέα Απόκαυκου και του Πατριάρχη Καλέκα. Οι Οθωμανοί κλήθηκαν για ενίσχυση του Καντακουζηνού και εγκαταστάθηκαν κοντά στην Πόλη, για να μην φύγουν έκτοτε από τη βαλκανική χερσόνησο! Επίσης, οι άνθρωποι του παλατιού συνεργάστηκαν με τους Σέρβους προς ενίσχυση των σκοπών τους, οι οποίοι επωφελούμενοι από την εμφύλια διαμάχη συνέχισαν να αποσπούν εδάφη από την αυτοκρατορία. Με την πάροδο των δεκαετιών το βυζαντινό κράτος χάνει τη μια μετά την άλλη τις επαρχίες του, ενώ η οικονομία έχει ήδη περάσει σε εξάρτηση από τις ναυτικές δυνάμεις της Δύσης.
Την ίδια εποχή μαίνεται στο Βυζάντιο, ιδίως στην Κων/πολη, ένας ιδιότυπος εμφύλιος πόλεμος. Πρόσχημα και μείζον θέμα είναι η επανένωση των εκκλησιών, μετά το σχίσμα Ορθοδόξων - Ρωμαιοκαθολικών, το οποίο ουσιαστικά προέκυψε από τη διαμάχη για τον έλεγχο της επαρχίας του Ιλλυρικού (περίπου τα σημερινά δυτικά Βαλκάνια). Οι συγκρουόμενες πλευρές, ενωτικοί και ανθενωτικοί, προβάλλουν απίθανες θεολογικές και πολιτικές αιτιολογίες, στην ουσία όμως μοναδικό ζητούμενο ήταν η πρωτοκαθεδρία στην εκκλησιαστική οργάνωση.
Υπέρ της επανένωσης των εκκλησιών και αποδοχή της υποστήριξης κατά των επερχόμενων Οθωμανών είναι κυρίως οι οικογένειες των “δυνατών” και οι περισσότεροι λόγιοι που διαβλέπουν ότι μια υποταγή στους Τούρκους θα σήμαινε οικονομική και πνευματική καταστροφή. Από την άλλη πλευρά είχε τοποθετηθεί το μεγαλύτερο μέρος των ιερωμένων, των μοναχών και των οπαδών τους, οι οποίοι απέβλεπαν στη διατήρηση και ενίσχυση της προνομιακής θέσης τους σ’ ένα κράτος υπό τούρκικο έλεγχο – όπως και συνέβη τελικά! Οι κύκλοι αυτοί, οι οποίοι εκτιμάται ότι είχαν έρθει σε συνεννόηση με τον Μωάμεθ πριν από την άλωση της Πόλης, παρέσυραν το λαό σε εχθρική αναμέτρηση με όποιον προσπαθούσε να υλοποιήσει την επανένωση των εκκλησιών.
Στα μοναστήρια είχαν αποτραβηχτεί περί τις τριακόσιες χιλιάδες νέων ανθρώπων, φαινομενικά για να μονάσουν, στην πραγματικότητα για να προστατευτούν από τις επερχόμενες ραγδαίες εξελίξεις!
Ερείπια των τειχών της Κωνσταντινούπολης
Ενώ στις πολεμίστρες της Κωνσταντινούπολης απέμειναν μόλις πέντε χιλιάδες υπερασπιστές, κάτοικοι της Πόλης και μισθοφόροι, το ηθικό του λαού είχε υποταχθεί στην ηττοπαθή αντίληψη που έσπερναν οι παραπάνω κύκλοι με λόγια όπως: «...είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει» ή “προφητείες” ότι «...οι Ρωμιοί θα δουν άσπρη μέρα μόνον όταν οι Τούρκοι μπουν στην Πόλη». Στην ίδια κατεύθυνση ο Μέγας Δούκας (πρωθυπουργός) Λουκάς Νοταράς δήλωνε ότι: «Κρειττότερόν εστιν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν» (Καλύτερα να βασιλέψει στο κέντρο της Πόλης το φέσι των Τούρκων, παρά το λατινικό [παπικό] καπέλο).
Με αυτό το “πρόκριμα” υπέρ του Τούρκου, πολλοί λόγιοι και οικονομικά ευκατάστατοι οδηγήθηκαν σε οριστική μετανάστευση στη Δύση, ιδίως στην Ιταλία, και η βυζαντινή κοινωνία έμεινε χωρίς πνευματικά και ανανεωτικά στελέχη, ικανά να εμψυχώσουν και να ανασυντάξουν το λαό που οδηγήθηκε πάμπτωχος, αμόρφωτος και θρησκόληπτος στην υποδούλωση. Ταυτόχρονα η επίσημη εκκλησία και οι κύκλοι της αποδέχθηκαν τη θέση του συνεργάτη και τοποτηρητή των Οθωμανών, ρόλο που υπηρέτησαν με επιμέλεια ακόμα και μετά την απελευθέρωση ελληνικών εδαφών από την τουρκοκρατία.
Πατριάρχης έφιππος απολαμβάνει την προστατευτική
συνοδία Τούρκων στρατιωτών [*]Ο Γεώργιος Σχολάριος (1400-1472), αρχικά φιλενωτικός με τη Δύση, αργότερα αμφιταλαντευόμενος και στο τέλος ηγέτης της ανθενωτικής παράταξης, μεταπήδησε στην τάξη των ιερωμένων μόλις το 1450 και το 1453 διορίστηκε από τον Μωάμεθ τον Πορθητή ως Πατριάρχης Γεννάδιος. Ως δοτός πατριάρχης, πλέον, ομιλούσε προς το δυναστευόμενο λαό περί «φιλεύσπλαχνου σουλτάνου (του Μωάμεθ Β~), ο οποίος έχει εντολή από τον Θεό να επαναφέρει τους αμαρτωλούς στο σωστό δρόμο».
Με πρωτοπόρο τον Γεννάδιο καθιερώθηκε μια παράδοση αγαστής συνεργασίας της οθωμανικής διοίκησης με την Ορθόδοξη εκκλησία, η οποία εξασφαλιζόταν, άλλοτε με την επιλογή πατριάρχη από κύκλο ευνοούμενων του σουλτάνου (π.χ. Ισίδωρος, Ιωάσαφ, Μάρκος Ξυλοκαράβης κ.ά.), άλλοτε δε με ανάθεση σε όποιον προσέφερε μεγαλύτερο ποσό (πεσκές) για την εξαγορά του πατριαρχικού θρόνου. Το “έθιμο” της εξαγοράς άρχισε με τους Τραπεζούντιους, οι οποίοι έστειλαν στο σουλτάνο χίλια φλουριά, μαζί με το αίτημα να διορίσει τον άνθρωπό τους. Έτσι ανακηρύχθηκε πατριάρχης ο εκλεκτός των Τραπεζούντιων, Συμεών.[1]
Όσο πλήθαιναν οι φιλοδοξίες των Ελλήνων κληρικών, τόσο μεγάλωνε και το πεσκές και τόσο πυκνότερες έκαναν οι Οθωμανοί τις ευκαιρίες για την είσπραξή του. Γράφει ο Sir Paul Rycaut, (1628-1700):
«Παλαιότερα η Εκκλησία δεν πλήρωνε στον μεγάλο Αυθέντη περισσότερα από δέκα χιλιάδες τάληρα για κάθε αλλαγή πατριάρχη, αλλά το πλήθος των εραστών του αξιώματος ύψωσε την τιμή σε είκοσι πέντε χιλιάδες τάληρα».
Το 1671, μέσα σε έναν και τον ίδιο χρόνο, όχι λιγότεροι από πέντε πατριάρχες, Παΐσιος, Διονύσιος Θεσσαλονικεύς, Παρθένιος, Μεθόδιος και Διονύσιος ο Λαρισινός, εξαγόρασαν το πατριαρχικό αξίωμα και ανέβηκαν ο ένας μετά τον άλλον στο θρόνο, αναλαμβάνοντας την πολιτική και πνευματική ηγεσία των χριστιανικών λαών που ζούσαν στην οθωμανική αυτοκρατορία (J. Aymon). Το 1700, ο J. Pitton de Tournefort (1656-1708) έγραφε ότι
«Το αξίωμα αυτό πουλιέται σήμερα για εξήντα χιλιάδες τάληρα». [2]
Το 1798, σχεδόν μια δεκαετία μετά την έκρηξη της γαλλικής επανάστασης, κυκλοφόρησε από το πατριαρχείο Ιεροσολύμων ποιμαντική εγκύκλιος του πατριάρχη Άνθιμου με τίτλο «Πατρική διδασκαλία για τους πιστούς και εκλεκτούς ορθοδόξους χριστιανούς», στην οποία περιέχονταν οι πατριαρχικές υποδείξεις υποτέλειας στους υποδουλωμένους Έλληνες:
«Αδελφοί... κλείσατε τα αυτία σας και μη δώσετε καμμίαν ακρόασιν εις ταύτας νεοφανείς ελπίδας της ελευθερίας ... που είναι εναντίαι εις τα ρητά της θείας γραφής και των αγίων αποστόλων, οπού μας προστάζουν να υποτασσόμεθα εις τας υπερεχούσας αρχάς, όχι μόνον εις τας επιεικείς αλλά και τας σκολιάς, διά να έχωμεν θλίψιν εις αυτόν τον κόσμον και να παραστήσωμεν καθαράς τω Χριστώ τας αισθήσεις ημών ... Παντού το φαντασιώδες αυτό της ελευθερίας σύστημα του πονηρού επροξένησε πτωχείαν, φόνους, ζημίας, αρπαγάς, ασέβειαν τελείαν και ανωφελή μεταμέλειαν ... Φυλάξατε στερεάν την πατροπαράδοτόν σας πίστιν και, ως οπαδοί του Χριστού, απαρασάλευτον την υποταγήν εις την πολιτικήν διοίκησιν»
– εννοεί φυσικά την οθωμανική διοίκηση, με στόχο την μακροημέρευση της συμμαχίας ανώτερου Κλήρου και Τούρκων.
Αλλά και εκτός του κύκλου των ανώτερων ιερωμένων επικρατούσε σε καιρούς οθωμανικής κατοχής το μεσαιωνικό πνεύμα. Ο Αναστάσιος Γόρδιος (1654-1729), λόγιος της Ορθόδοξης εκκλησίας, σταθερά προσανατολισμένος στη μισαλλοδοξία του παρελθόντος, στα τέλη του 17ου αιώνα, με την οθωμανική αυτοκρατορία στο απόγειο της δύναμής της, έγραφε για τους Έλληνες:
«Κάλλιο να τυραννούνται σωματικώς και να πιστεύουν εις Χριστόν, παρά να εύρουν άνεσιν σωματικήν και να πιστεύουν εις τον Αντίχριστον Πάπαν»!
Ο δε Κοσμάς ο Αιτωλός (1714-1779) παγιδευμένος στη θρησκοληψία εκλαΐκευε τις φιλότουρκες απόψεις:
«Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα (=δυτικά κράτη) εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον, μέσαθεν από την Κόκκινην Μηλιάν και του το εχάρισε;
Ήξερεν ο Θεός, πως τα άλλα ρηγάτα μάς βλάπτουν εις την πίστιν, και (=ενώ) ο Τούρκος δεν μας βλάπτει. ... Καi διά να μη κολασθούμεν, το έδωσε του Τούρκου, και τον έχει o Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη...»[3]
Με έμμονη ιδέα και εφιάλτη της καθημερινότητας των θρησκόληπτων, τον πάπα και τη δυτική επιρροή, οι λαοί της Ρωμανίας –και μαζί τους ο ελληνικός–, οδηγήθηκαν από το βυζαντινό Μεσαίωνα στην εθνική υποδούλωση και παρέμειναν στην πνευματική υποτέλεια για 400 και περισσότερα χρόνια.
Λέει αλήθειες το παραπάνω κείμενο, που κυρίως βασίζεται σε εργασία του καθηγητή του ΤΕΙ Αθήνας κ. Στ. Φραγκόπουλου[4]. Ας μείνουν για τα μικρά παιδάκια τα παραμύθια για την “κερκόπορτα” και τον “μαρμαρωμένο βασιλιά”[5]. Τα πρόσφατα γεγονότα στις πολιτικό-εκκλησιο-κρατικο-διεθνείς υποθέσεις επιβεβαιώνουν περίτρανα πως ελάχιστα μόνο έχουν αλλάξει στο διάστημα που πέρασε... |
------------------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ* Υπήρξαν βέβαια και εξαιρέσεις αλλά πόσες;
1. Κατά τον Παπαρηγόπουλο, βιβλίο ΙΔ~, Αθήνα 1971, σ.16.
2. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ταυτότητα», ο Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος ομολογεί ότι: «Στο μεσαίωνα ο ανώτερος κλήρος, όσον αφορά στη διοίκηση, μολύνθηκε από το μικρόβιο των κοσμικών αρχόντων και από κει και πέρα άρχισαν τα προβλήματα των διαγκωνισμών για τα “πρωτοτόκια”» http://www.ecclesia.gr/greek/archbishop/europe/efimerida_taftotita.html
3. http://www.geocities.com/agiosdimitrios_gr/metallinos.htm
όπου ο γνωστός για τις απόψεις του π. Γ. Μεταλληνός προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.
4. http://sfr.ee.teiath.gr/historia/historia/parart070.htm
5. http://ta-nea.dolnet.gr/print_article.php?e=A&f=17645&m=P32&aa=1