Ρεπορτάζ
Το Συνέδριο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στην Ελλάδα
Απαντώντας στο προηγούμενο τεύχος σε ερώτηση αναγνώστη για το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, υποσχεθήκαμε ότι θα αναφερθούμε στο Συνέδριο του ΠΣΕ με τίτλο «Παγκόσμιο Συνέδριο για την Ιεραποστολή και τον Ευαγγελισμό», το οποίο πραγματοποιήθηκε στη χώρα μας με φιλοξενία της Ελλαδικής Εκκλησίας και του οποίου ο «Τ» παρακολούθησε μέρος των εργασιών.
«Ελθέ Πνεύμα Άγιο,
θεράπευσε και συμφιλίωσε»Αρχίζουμε επισημαίνοντας το θέμα του Συνεδρίου που ήταν «Ελθέ Πνεύμα Άγιο, θεράπευσε και συμφιλίωσε», δηλαδή μια προσευχή προς το Άγιο Πνεύμα. Όπως είδαμε μάλιστα στη συνέχεια, αυτή η προσευχή, μελοποιημένη ως ύμνος, ψαλλόταν από όλους τους συνέδρους σε διάφορες στιγμές του προγράμματος. Ωστόσο, παράδειγμα προσευχής προς το Άγιο Πνεύμα δεν βλέπουμε να υπάρχει πουθενά στις Άγιες Γραφές από κανένα δούλο του Θεού. Αντίθετα ο Κύριος Ιησούς δίδαξε τους μαθητές Του να προσεύχονται και να ζητούν τα αιτήματά τους από τον Πατέρα Θεό «εν τω ονόματι» του Χριστού (Ματθ. 6/ς/9, Λουκ. 11/ια/2, Ιωάν. 16/ις/26).
Απουσία του ελληνικού Τύπου
Μια μέρα πριν την έναρξη έγινε σε κεντρικό ξενοδοχείο των Αθηνών Συνέντευξη για τα ελληνικά ΜΜΕ, στην οποία παραβρέθηκαν μόλις έξη (6) δημοσιογράφοι. Ο εκπρόσωπος Τύπου του Αρχιεπισκόπου κ. Κονιδάρης που παρουσιάστηκε προς στιγμή, συζήτησε για λίγο με την Πρόεδρο του Συνεδρίου Αιδ. κ. Buttoms και αποχώρησε. (Αντίθετα στο Συνέδριο υπήρξε σημαντική αντιπροσωπεία ξένων ΜΜΕ και έγιναν αναφορές σε διεθνή ραδιοτηλεοπτικά δίκτυα).
Το γεγονός αυτό, που αφορά όχι μόνο τα κοσμικά αλλά και τα θρησκευτικά ελληνικά ΜΜΕ, είναι ενδεικτικό κάποιας σκοπιμότητας. Ιδού η αίσθηση του εκπροσώπου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στο Συνέδριο κ. Θ. Κοντίδη:
«Επ’ αυτού υπήρξε μια εσκεμμένη επικοινωνιακή τακτική. Εκείνοι που αποφάσισαν να κρατήσουν το συνέδριο στη σκιά, όποιοι κι αν είναι αυτοί, φρόντισαν να κρατήσουν την ελληνική κοινωνία ανέγγιχτη και ανεπηρέαστη από τέτοιου είδους μηνύματα, φρόντισαν δηλαδή να παραμείνει η Ελλάδα ένας αποστειρωμένος χώρος χωρίς έξωθεν παρεμβολές.»
(Περ. «Σύγχρονα Βήματα», τεύχος 134, σελ. 67).
Δύο σημαντικά ερωτήματα
Στη διάρκεια αυτής της συνέντευξης ο «T» έθεσε στην Πρόεδρο του Συνεδρίου Αιδ. κ. Ruth Bottoms[*] τα εξής ερωτήματα:
[*] Η Πρόεδρος του Συνεδρίου Αιδ. Ruth Buttoms είναι λειτουργός (pastor) της Βαπτιστικής Εκκλησίας της Αγγλίας.
Ερώτημα 1. Εφόσον το ΠΣΕ υποστηρίζει το διαθρησκευτικό διάλογο, πώς μπορεί ταυτόχρονα να ενδιαφέρεται για την ιεραποστολή/ευαγγελισμό, που είναι η διάδοση μιας πίστης σε αλλόθρησκους ανθρώπους;
Στο σημείο αυτό πήραμε την απάντηση ότι το ΠΣΕ και οι εκκλησίες που συμμετέχουν σ’ αυτό, ενδιαφέρονται κυρίως να επικοινωνούν με τους αλλόθρησκους για γνωριμία και αλληλοκατανόηση και όχι να κάνουν οπαδούς. Το ΠΣΕ έχει καταλήξει στη θέση ότι, παρ’ όλο που η μόνη οδός για τη σωτηρία είναι ο Χριστός, δεν μπορούμε να εμποδίσουμε τον Θεό να έχει και άλλους τρόπους για να σώσει τους ανθρώπους.
Για εμάς αυτό είναι ανακόλουθο –αν όχι και παράλογο– διότι (1) αναιρείται η εντολή του Χριστού, «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς να φυλάττωσι πάντα όσα παρήγγειλα εις εσάς» (Ματθ. 28/κη/19-20), (2) ματαιώνεται η δραστηριότητα των Αποστόλων και (3) διαψεύδεται ο λόγος του Πέτρου ότι, «Δεν υπάρχει δι’ ουδενός άλλου η σωτηρία· διότι ούτε όνομα άλλο είναι υπό τον ουρανόν δεδομένον μεταξύ των ανθρώπων, διά του οποίου πρέπει να σωθώμεν» (Πράξ. 4/δ/1).
Ερώτημα 2: Πώς είναι δυνατόν να συζητούν για ιεραποστολή και ευαγγελισμό εκκλησίες που διάκεινται εχθρικά η μία προς την άλλη, όπως π.χ. η Ελλαδική Ορθόδοξη Εκκλησία και η Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία, όπου η πρώτη ονομάζει την δεύτερη «αιρετική» και «λύκο με ένδυμα προβάτου» ενώ η δεύτερη αντιμετωπίζει την πρώτη ως «ιεραποστολικό αγρό»;
Απαντώντας η κ. Bottoms παραδέχτηκε ότι το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζεται και σε άλλες χώρες, και ότι ο βασικός σκοπός αυτών των συνεδρίων είναι να πλησιάσουν περισσότερο οι άνθρωποι των εκκλησιών μεταξύ τους, αναγνωρίζοντας ότι είναι ασθενείς και χρειάζονται τη θεραπεία του Αγίου Πνεύματος.
Για ποιον ευαγγελισμό μιλάμε;
Σύμφωνα με τα έγγραφα του ΠΣΕ, ευαγγελισμός είναι
«η διακήρυξη, παρουσίαση και μαρτυρία εν αγάπη των καλών νέων της σωτηρίας που προσφέρει ο Χριστός μέσω της Εκκλησίας σε όλους τους άθρησκους, τους μη–Χριστιανούς και τους κατ’ όνομα πιστούς. (...)».
Εκείνο, όμως, που μάλλον ενδιαφέρει τις εκκλησίες του ΠΣΕ, είναι να μην έχουν διαρροές από το ποίμνιό τους, ακόμη και όταν αυτό είναι εντελώς αμέτοχο και μόνον “κατ’ όνομα”.
Οι περισσότερες εκκλησίες του ΠΣΕ δεν ενδιαφέρονται πλέον για τη διάδοση του Ευαγγελίου του Χριστού, αλλά μάλλον για μια οικουμενική ατμόσφαιρα ανοχής τών διαφορετικών πίστεων, σε ένα πλαίσιο που θα διέπεται από τις αρχές του ΟΗΕ και άλλων διεθνών οργανισμών.
Ο όρος ιεραποστολή, τόσο στις διάφορες ομιλίες όσο και στα έντυπα του ΠΣΕ, έχει μάλλον την έννοια της κοινωνικής αλληλεγγύης χωρίς οιαδήποτε θρησκευτική ουσία, η οποία χάνεται πίσω από γενικόλογες εκφράσεις όπως αλληλοκατανόηση, συμπαράσταση, ανθρώπινα δικαιώματα, ενδιαφέρον για το περιβάλλον, καταπολέμηση του AIDS κ.λπ.
Ελληνικό σνομπάρισμα
Σημαντικός ήταν ο ρόλος της Ελλαδικής Εκκλησίας στη διοργάνωση και λειτουργία του συνεδρίου. Αναγνωρίζουμε την άρτια διοργάνωση – τονίζοντας τη συμβολή του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, που διέθεσε το χώρο όπου έγινε το συνέδριο και άλλα μέσα. Όμως η Ελλαδική Εκκλησία σνομπάρισε απροκάλυπτα το συνέδριο.
Ο Αρχιεπίσκοπος και η ΙΣ στην εναρκτήρια τελετήΧαρακτηριστικά αναφέρεται ότι μέλη της Ι.Σ. παραβρέθηκαν μόνο κατά την εναρκτήρια τελετή –όταν μίλησε ο Αρχιεπίσκοπος– και έφυγαν μαζί του αμέσως μετά, για να μην παρουσιαστούν ξανά. Γενικά, αν εξαιρεθούν ελάχιστα άτομα, η παρουσία Ελλήνων Ορθοδόξων ήταν μηδαμινή, κληρικών δε έως ανύπαρκτη. Θα έλεγε κανείς ότι οι “οικοδεσπότες” άφησαν μόνους τους καλεσμένους τους, γεγονός που, όπως μαθαίνουμε, ενόχλησε τους Συνέδρους και τους ανθρώπους του ΠΣΕ.
Επικοινωνιακό τρικ;
Η διοργάνωση του συνεδρίου από την Ελλαδική Εκκλησία, ήταν ένα επικοινωνιακό επιχείρημα, μέσω του οποίου προσπάθησε να παρουσιάσει διεθνώς ότι είναι σε θέση να επιτύχει μια διεθνή διοργάνωση ισάξια –τηρουμένων των αναλογιών– με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αμιλλώμενη έτσι την Κυβέρνηση. Ο Αρχιεπίσκοπος είπε στους συνέδρους,
«Ήδη ένα έτος μετά την επιτυχή διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα 2004, η Εκκλησία της Ελλάδος επιθυμεί να προσφέρει τη δυνατότητα στις Εκκλησίες μέλη του ΠΣΕ για μια γόνιμη και δημιουργική ανταλλαγή ιεραποστολικών εμπειριών».
Οπωσδήποτε, η εμπεριστατωμένη ομιλία του κ. Χριστόδουλου στην εναρκτήρια σύναξη, ήταν ό,τι έπρεπε για να δώσει στους συνέδρους, που ήταν απομονωμένοι στο στρατόπεδου του Αγ. Ανδρέα, μια ωραία –πλην όμως εξωπραγματική– εικόνα για την Ελλαδική Εκκλησία.
[*] Πατήστε εδώ για να διαβάσετε ενδιαφέρον απόσπασμα από την ομιλία του κ. Χριστόδουλου.
Παρεμβολές
Άλλοι όμως, όπως οι κληρικοί που οργάνωσαν συγκέντρωση ενάντια στο ΠΣΕ στο Πολεμικό Μουσείο, φρόντισαν να δείξουν πόσο μακριά είναι η εκκλησιαστική ηγεσία από το ποίμνιό της.
Επίσης την εκδήλωση προσπάθησαν να χαλάσουν ομάδες παλαιοημερολογιτών που γέμισαν τη λεωφόρο Μαραθώνος με αφίσες εχθρικές προς τους ετερόδοξους και είχαν έξω από το στρατόπεδο μικρές ομάδες φανατικών που εξύβριζαν ξενόγλωσσα τους συνέδρους με χρήση μεγαφώνων. (Βλέπε φωτογραφίες).
Διαμαρτυρίες αντιφρονούντων
Η πραγματικότητα
Όπως ρεαλιστικά γράφει και ο κ. Κοντίδης:
«Το συνέδριο ήταν πραγματική ευκαιρία αλληλογνωριμίας και προσέγγισης. Αλλά, επίσης, φάνηκαν και οι μεγάλες διαφορές μεταξύ Εκκλησιών σε δογματικά ή ηθικά θέματα, καθώς και στη θρησκευτική ή λατρευτική ευαισθησία». (Όπ.παρ. σελ. 71)
Κάτι καλό;
Θα χρησιμοποιήσουμε και πάλι την όντως ενδιαφέρουσα έκθεση του κ. Κοντίδη, για να αντιγράψουμε έναν προβληματισμό του:
«(...) Έχουμε ανάγκη τους άλλους; Αυτό είναι ένα βασικό ερώτημα: Έχουμε ανάγκη τους άλλους; Μας λείπουν ή όχι; Η αυθόρμητη στάση είναι ότι δε μας λείπουν. Νομίζω όμως ότι η σωστή απάντηση είναι ότι μας λείπουν.
Αν κοιτάξουμε και τις πιο απομακρυσμένες ως προς εμάς Εκκλησίες, που δεν έχουν μυστήρια, αλλά μόνο τη Γραφή, συχνά δεν μπορούμε να μην εκτιμήσουμε και να μη θαυμάσουμε την απλή και σταθερή προσήλωση του πιστού στον Χριστό και στο λόγο του, την εφαρμογή του λόγου του Θεού, την έντονη προσωπική σχέση με τον Σωτήρα που μεταστρέφει τον άνθρωπο και τον θέτει στον αγώνα της πίστης. Όταν βλέπουμε την πίστη και την αγάπη των άλλων προς τον Χριστό, τότε είναι που αντιλαμβανόμαστε ότι αυτοί οι άλλοι μάς λείπουν. (...)»
Το μονοπώλιο...
Ο ίδιος όμως κληρικός, γράφοντας παρακάτω για τη θέση της Εκκλησίας που ανήκει, αναγκάζεται να παραδεχθεί:
«Η [Ρωμαιο]Καθολική Εκκλησία δηλώνει, δηλαδή, ότι, αν και κάθε άνθρωπος μπορεί να σωθεί στην θρησκευτική παράδοση που βρίσκεται, σώζεται μέσω του Χριστού και στη χριστιανική πίστη έχουμε την αληθινή και ολοκληρωμένη αποκάλυψη του Θεού. Στα πλαίσια του χριστιανισμού, χωρίς να κρίνει την ατομική πίστη ή αγιότητα του κάθε πιστού, τις οποίες αναγνωρίζει, πιστεύει ότι η [Ρωμαιο]Καθολική Εκκλησία έχει την πληρότητα των μέσων της σωτηρίας και οι άλλες Εκκλησίες παρουσιάζουν μικρότερες ή μεγαλύτερες ελλείψεις. Η τοποθέτηση αυτή δίνει την θεολογική βάση και το θεολογικό πλαίσιο που διέπει τη συμμετοχή της [Ρωμαιο]Καθολικής Εκκλησίας σε παρόμοια συνέδρια.» (Όπ.παρ. σελ. 75).
Μία από τα ίδια...
Το μονοπώλιο όμως διεκδικεί και η Ορθόδοξη Εκκλησία. Ιδού τι έλεγε ο κ. Χριστόδουλος στο Ραδιοσταθμό της Εκκλησίας (24-5-1998):
«Ο Οικουμενισμός, πραγματικά έτσι όπως έχει επικρατήσει να σημαδοτείται ο όρος αυτός, βεβαίως είναι αίρεση, γιατί σημαίνει απάρνηση βασικών γνωρισμάτων της ορθοδόξου πίστεως, όπως είναι φέρ’ ειπείν η αποδοχή της θεωρίας των κλάδων, ότι δηλαδή η κάθε Εκκλησία έχει ένα τμήμα αληθείας και πρέπει να ενωθούμε όλες οι εκκλησίες, να βάλουμε στο τραπέζι τα τμήματα της αληθείας για να απαρτισθεί το όλον. Εμείς πιστεύουμε ότι η Ορθοδοξία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Τέρμα. Σ’ αυτό δεν γίνεται συζήτηση. Και επομένως, οποιοσδήποτε πρεσβεύει τα αντίθετα μπορεί να λέγεται οικουμενιστής και επομένως να είναι αιρετικός».
Παρόμοια δημοσιεύθηκαν και πρόσφατα στο Επίσημο Δελτίο της Ελλαδικής Εκκλησίας:
«Η Ορθόδοξος Εκκλησία εισήλθε στο ΠΣΕ όχι σε αναζήτηση της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, αφού Αυτή είναι η Μία Εκκλησία του Χριστού, που με μύριες όσες θυσίες, εφύλαξε, ως κόρη οφθαλμού, και διατήρησε αλώβητη και ακαινοτόμητη την άπαξ παραδοθείσαν τοις αγίοις πίστιν. Ωστόσο έχοντας πάντοτε την αυτοσυνειδησία της αληθώς Οικουμενικής διαστάσεώς της ως η Μία, Αγία, Καθολική, και μάλιστα Ορθόδοξη, Εκκλησία του Χριστού, θεώρησε τη συμμετοχή της ως ευκαιρία μαρτυρίας περί της αληθούς πίστεως ταύτης ενώπιον του λοιπού Χριστιανικού κόσμου.» (Περ. «Εκκλησία», Απρίλιος 2005, σελ. 302).
Από την τελετή λήξης στον Άρειο Πάγο
(Η Πρόεδρος Αιδ. κ. Ruth Buttoms ψαλμωδεί εν μέσω κληρικών)Συμπερασματικά
Με όλα τα παραπάνω υπόψη, καταλήγουμε ότι το Συνέδριο του ΠΣΕ ήταν μια σύναξη καλών ανθρώπων με κάποιο βαθμό ευσέβειας και ενδιαφέροντος για τα ιερά θέματα –τις καρδιές τις γνωρίζει μόνο ο Θεός– αλλά χωρίς παραπέρα βάθος και σχέση με την αληθινή ιεραποστολή, που δεν είναι άλλο παρά η αντιμετώπιση της μόνιμης ανάγκης για εξάπλωση του Ευαγγελίου στον κόσμο, σύμφωνα με την εντολή του Χριστού. Θα ευχόμασταν τα πράγματα να ήταν διαφορετικά, όμως οι αρχές που διέπουν το ΠΣΕ δεν αφήνουν ελπίδες. |
Την ευθύνη διοργάνωσης του Συνεδρίου είχε Επιτροπή από τις εξής Εκκλησίες της Αθήνας: Εκκλησία της Ελλάδος, Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, Αγγλικανική Εκκλησία, Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία, Αρμενική Ευαγγελική Εκκλησία της Ελλάδος και Αρμενική Αποστολική Εκκλησία.