«Διά πολλών μαρτύρων...»
Πότε είναι επιτρεπτό
να κρίνουμε τους άλλους;
To παρακάτω κείμενο –απόσπασμα από βιβλίο του γνωστού και έγκυρου ιεροκήρυκα, συγγραφέα, δόκτορα θεολογίας και προέδρου της μεγάλης αμερικάνικης φιλανθρωπικής οργάνωσης AMG, κ. Σπ. Ζωδιάτη– με το δικό του επιστημονικό λόγο συμφωνεί και επικυρώνει τη διδασκαλία που κατά καιρούς έχει διατυπωθεί από τον «Τ» πάνω στο ίδιο θέμα.[*] Κατά τα λεγόμενα του κ. Ζωδιάτη, «Ο χριστιανός δεν μπορεί να μην καταδικάζει τις πράξεις εκείνες –όχι τα πρόσωπα– που παραβιάζουν το νόμο του Χριστού. Αν δεν το κάνει, είναι σαν να απορρίπτει το νόμο αυτό ως κανόνα σκέψης και ζωής». Σεβόμαστε τη διαφορετική γνώμη που μπορεί να έχουν άλλοι Χριστιανοί, δεν μπορούμε όμως να τους ακολουθήσουμε.
«Κάποιος υπολόγισε ότι τα δύο τρίτα απ’ όσα λέμε αφορούν συνήθως κάποιου είδους κρίση. Αν διατηρούμε τις διανοητικές και ηθικές αισθήσεις μας ζωντανές, κάθε πράξη που κάνουν οι άλλοι, μας δημιουργεί κάποια εντύπωση, την οποία, όταν την εκφράσουμε με λόγια, αποτελεί κρίση.
Όταν ακούμε για έγκλημα, για απάτη ή για άλλες ειδεχθείς πράξεις, σχηματίζουμε κάποια εντύπωση. Όταν ακούμε για καλές πράξεις, για αυτοθυσία, για γενναιοδωρία και πιστή αφοσίωση στο καθήκον, σχηματίζουμε μια διαφορετική εντύπωση.
Κατακρίνουμε ή επιδοκιμάζουμε ανάλογα με την περίπτωση. Αν δεν ασκούσαμε μια τέτοια κρίση, θα σήμαινε ότι η ηθική μας υπόσταση έχει ναρκωθεί ή εκλείψει. Και μια κοινωνία που από τη μια δεν αποδοκιμάζει το κακό και από την άλλη δεν επιδοκιμάζει το καλό, σημαίνει πως έχει σίγουρα διαβρωθεί. Ένας άνθρωπος που δεν κάνει διάκριση ανάμεσα στην ηθική και στην ανηθικότητα, στην αρετή και στην κακία, βρίσκεται οπωσδήποτε στο δρόμο που οδηγεί στην καταστροφή. Λέει σχετικά ο προφήτης Ησαΐας: «Αλίμονο σ’ εκείνους που λένε το κακό καλό και το καλό κακό, που παρουσιάζουν το σκοτάδι για φως και το φως για σκοτάδι, εκείνους που εκλαμβάνουν το πικρό για γλυκό και το γλυκό για πικρό!» (Ησ. 5:20).
Ο Θεός έθεσε στον κάθε άνθρωπο έναν εσωτερικό νόμο ή τη διαισθητική γνώση της αλήθειας. Ίσως μερικοί είναι καλύτερα πληροφορημένοι για την αλήθεια από άλλους. Αν είμαστε πραγματικοί χριστιανοί, γνωρίζουμε και πιστεύουμε στην αλήθεια που διδαχτήκαμε από τον Κύριό μας και από τους αποστόλους Του.
Ο νόμος αυτός της αλήθειας μέσα μας, μας δίνει τα πλαίσια της κρίσης μας. Κάνουμε εκτίμηση της πνευματικής κατάστασης των άλλων με σκοπό να καταλάβουμε τις ανάγκες τους για να μπορέσουμε να τους βοηθήσουμε. Πώς μπορούμε να μιλήσουμε σε κάποιον για τη σωτηρία του αν δεν διαπιστώσουμε πως στερείται τη σωτηρία; Πώς μπορούμε να αποκαλούμε αδελφό μας κάποιον, αν το πνεύμα μας δε συμμαρτυρεί με το δικό του ότι ανήκουμε στο ίδιο σώμα του Χριστού;
Άλλο πράγμα όμως είναι αξιολόγηση και άλλο η έκδοση τελικής ετυμηγορίας. Το να ισχυριστούμε ότι γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν οι άλλοι είναι ειλικρινείς ή όχι, είναι παράτολμο και άτοπο από μέρους μας. Όμως στον χριστιανό η Αγία Γραφή διεγείρει και προπονεί το αίσθημα του δικαίου, κάνοντας τη λειτουργία του πιο ευαίσθητη και το πεδίο του ευρύτερο, απ’ ό,τι θα ήταν αλλιώς.
Οι μεγάλοι άντρες της πίστης στην Αγία Γραφή αναφέρονται με σκοπό να παρακινήσουν το θαυμασμό μας και την επιθυμία να τους μιμηθούμε, και τι άλλο είναι αυτό από την άσκηση ενός είδους κρίσης; Και οι αμαρτωλοί, όπως ο Κάιν, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης και άλλοι, αναφέρονται με σκοπό να δημιουργηθεί μέσα μας ένα αίσθημα απέχθειας, όχι για τα πρόσωπα αυτά αλλά για τις εγκληματικές τους πράξεις. Και τι άλλο είναι αυτό, παρά μια εσωτερική εμφατική κρίση ενός άλλου είδους;
Και όπως ο νόμος στην Παλαιά Διαθήκη, με τις υψηλότερες αρχές του, ευαισθητοποίησε και έκανε ενεργητικότερη τη λειτουργία του αισθήματος δικαίου στους Ισραηλίτες απ’ ό,τι ήταν στους εθνικούς, έτσι και ο χριστιανισμός με τις ακόμη υψηλότερες αρχές του, ευαισθητοποιεί και δραστηριοποιεί στους χριστιανούς τη λειτουργία αυτή ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι στους Ισραηλίτες. Για παράδειγμα, στην Παλαιά Διαθήκη ένας σύζυγος μπορούσε να δώσει έγγραφο διαζύγιο στη γυναίκα του και να τη χωρίσει για ποικίλους λόγους. Ο Κύριός μας λέει ότι αυτό επιτράπηκε από τον Μωυσή εξαιτίας της σκληροκαρδίας τους και μόνο, και ότι Αυτός καταργεί αυτό το πράγμα. Διαπρεπείς άντρες της Παλαιάς Διαθήκης, όπως ο Δαβίδ, ήταν πολύγαμοι. Ο Κύριός μας επανέφερε τον αρχικό θεσμό της μονογαμίας, όπως είχε θεσπιστεί από τον Θεό.
Ο χριστιανός δεν μπορεί να μην καταδικάζει τις πράξεις εκείνες –όχι τα πρόσωπα– που παραβιάζουν το νόμο του Χριστού. Αν δεν το κάνει, είναι σαν να απορρίπτει το νόμο αυτό ως κανόνα σκέψης και ζωής. Ίσως ο απόστολος Παύλος έκανε περισσότερα από κάθε άλλον συγγραφέα της Καινής Διαθήκης για να διεγείρει την χριστιανική κρίση και να καθορίσει τα πλαίσιά της. Αν τον θεωρήσουμε ως συγγραφέα και της προς Εβραίους Επιστολής, βλέπουμε να λέει ότι οι χριστιανοί οφείλουν να κάνουν διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό (Εβρ. 5:14).
Η πιο βαριά κατηγορία σε βάρος των Κορινθίων χριστιανών από τον Παύλο, ήταν ότι δεν πήραν σοβαρά υπόψη τους μια φοβερή περίπτωση αμαρτίας μέσα στην εκκλησία τους: «Και υμείς πεφυσιωμένοι εστέ, και ουχί μάλλον επενθήσατε, ίνα εξαρθεί εκ μέσου υμών ο το έργον τούτο ποιήσας»! «Κι εσείς είστε τόσο γεμάτοι από αυταρέσκεια, που δεν πενθήσατε, όπως άρμοζε καλύτερα, ώστε να αποκοπεί από ανάμεσά σας αυτός που έκανε την πράξη αυτή»! τους γράφει, (Α~ Κορ. 5:2). Πραγματικά ο Παύλος ευχόταν η κρίση των χριστιανών, για τέτοιου είδους ηθικά θέματα, να ήταν ευαίσθητη και να λειτουργούσε άμεσα, ώστε να διαφυλαχθεί η ηθική καθαρότητα της εκκλησίας. (...)» |
[*] Σπ. Ζωδιάτη, «Εσύ και η κοινή γνώμη», Εκδ. «Ο Λόγος», Αθήνα 1991, σελ. 139-141.
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ